Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

"Σοβαρές ενδείξεις ενοχής"






Σάββατο απόγευμα και παρά την κούραση της βδομάδας, δεν μπορώ να μείνω για πολύ ήσυχη. Έτσι, σε μια έκλαμψη της στιγμής (την οποία ήδη μετανιώνω πικρά), αποφάσισα να τακτοποιήσω το αρχείο του γραφείου μου. Τιτάνιο έργο αυτό, με τόση χαρτούρα.  Πως διάβολο μου ήρθε να καταπιαστώ με δικογραφίες??? Δύο ώρες αργότερα, έχω έναν τεράστιο πονοκέφαλο- και την αίσθηση ότι απλά, πασάλειψα υποτυπωδώς την κατάσταση, στέλνοντας στα σκουπίδια μερικά δεντράκια και γω. Χάθηκα μέσα στο χαρτομάνι, ζαλίστηκα, οπότε, στο τρίωρο επάνω, τα παράτησα, έβαλα μουσική και κάθισα να κάνω τσιγάρο. Χαζεύοντας αφηρημένα το timeline των ειδήσεων στο φατσοβιβλίο, έπεσα πάνω στην κηδεία ενός ανθρώπου που δεν γνώριζα προσωπικά και στο καπάκι, σε μια πορεία "αλληλέγγυων" για ένα κορίτσι που, επίσης, δεν γνωρίζω προσωπικά.

Ο ένας, συνάδελφος μου στο επάγγελμα, αλλά μοιάζουμε μόνο στον τίτλο του επαγγέλματος (και στο επώνυμο). Μεγαλοδικηγόρος αυτός, γόνος γνωστής πολιτικής οικογένειας, χειριστής σοβαρών δικαστικών υποθέσεων, ποιος ξέρει ποιος του την έστησε, λέει η μία του όψη. Καλός φίλος, χαμογελαστός, ωραίος, απλός άνθρωπος, λέει η άλλη του όψη.  Υπάρχει και μία τρίτη, που μόνο εκείνος γνώριζε, όπως όλοι μας έχουμε μια όψη που κανένας άλλος δεν γνωρίζει, ούτε καν οι πιο κοντινοί μας άνθρωποι. Δολοφονήθηκε προχθές, με μια σφαίρα στο στήθος μέσα στο γραφείο του, για άγνωστους ακόμη, λόγους. Φρικτός, αναπάντεχος θάνατος που συγκλονίζει, έστω και αν πολιτικοί του "φίλοι" και αντίπαλοι, καπηλεύτηκαν, ο καθένας με τον τρόπο του, αυτόν τον θάνατο, πριν καν στεγνώσει το αίμα του δολοφονηθέντος, αναγκάζοντας έτσι, πολλούς εξ ημών, να ασχολούμαστε με τις μεθοδεύσεις τους, αντί να αφεθούμε να νιώσουμε με την ησυχία μας, ό,τι έχει να νιώσει ο καθένας μαθαίνοντας ένα τέτοιο τραγικό συμβάν.

Η άλλη, ένα κορίτσι 29 ετών που, έτυχε να κάνει σχέση με τον λάθος άνθρωπο και βρέθηκε στην φυλακή, καταδικασθείσα σε βαριά ποινή κάθειρξης για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση, λέει η μια της όψη. Συγγενής γνωστού πολιτικού, εξ ου και η αποσιώπηση του επωνύμου της, μπλεγμένη και αυτή σε κυκλώματα αντιεξουσιαστών, χωρίς φωτιά δεν υπάρχει καπνός, λέει η άλλη της όψη. Και αυτή, έχει μια τρίτη όψη, που μόνο η ίδια γνωρίζει. Βιώνει έναν άλλου είδος θάνατο, την ίδια στιγμή που διάφοροι καπηλεύονται το όνομα της για τους δικούς τους σκοπούς.

Βλέποντας το φέρετρο του δολοφονηθέντος στην οθόνη του υπολογιστή μου και αναλογιζόμενη παράλληλα, την κοπελιά που καταστράφηκε η ζωή της, σκεφτόμουν... Πέρα απο ονόματα, πέρα απο τον μικρόκοσμο του καθενός, πέρα απο την όποια αναλγησία των καλοζωισμένων και τις βολικές κορώνες που ξεστομίζουν εις βάρος των εξαρτώμενων απο αυτούς, πέρα απο την οργή των πεινασμένων ή την πείνα των οργισμένων, η ουσία, είναι μία και μόνη.

Κανένας μας δεν ξέρει τι του φέρνει το αύριο.  Κανένας δεν ξέρει αν θα ξυπνήσει το πρωί. Κανένας δεν ξέρει αν θα βρεθεί καταδικασμένος για κάτι που δεν έκανε. Η ζωή είναι μυστήριο τραίνο. Πορεύεται χέρι χέρι με τον θάνατο. Ένα κλικ είναι. Μπορεί να φέρνει επιτυχίες, ευτυχισμένες στιγμές, άγχη, στενοχώριες, κλάμα ή γέλιο. Μπορεί όμως και να φέρνει καταστροφή. Μπορεί αυτή εδώ, να είναι η τελευταία ανάσα που παίρνουμε- ή η τελευταία ελεύθερη ανάσα που παίρνουμε. Συγκυρίες. Λάθος στιγμές, λάθος επιλογές, λάθος συμπτώσεις, λάθος αποφάσεις ή απλά, το λάθος σημείο, την πιο λάθος στιγμή. Λάθος για μένα ή για σένα, σωστό για κάποιον άλλο. Αυτό είναι το ανατριχιαστικό μάθημα των δύο, τόσο άσχετων, αλλά για μένα, τόσο σχετικών ιστοριών.  Σου φαίνεται παράξενο αυτό που λέω. Υπερβολικό ίσως. Δεν είναι, όμως.

Η δικαιοσύνη του καθενός, είναι σκληρή, όσο και ανάλγητη, ιδωμένη υπο την οπτική κάποιων άλλων. Παρεξηγημένη έννοια και αυτή, της δικαιοσύνης. Θεωρείται κάτι σπουδαίο, όπως η δημοκρατία, ας πούμε, αλλά ξεχνάμε ότι δεν εξαρτάται απο εμάς η εφαρμογή της. Η εφαρμογή, είναι το θέμα. Και όπου ανακατεύεται αυτός ο ιός που λέγεται άνθρωπος, τα κάνει σκατά. Ιός, ναι. Ο χειρότερος επάνω στον πλανήτη. Μια δικαστική απόφαση, για παράδειγμα, διαλύει ζωές μέσα σε μια στιγμή, το ίδιο σκληρά και αδιάφορα όπως και μια σφαίρα. Ο δικαστής, στην απόδοση της "δικαιοσύνης" δεν διαφέρει απο κάποιον που σηκώνει ένα πιστόλι και πυροβολεί, πεπεισμένος πως κάνει το σωστό και δίκαιο, για όποιον λόγο. Και εμείς, οι απ έξω, επίσης δεν διαφέρουμε. Ο καθένας έχει να πει την κακή του κουβέντα. Ο καθένας νιώθει μέσα του εκείνο το κεντρί του σκότους να τον τσιγκλάει. Γι αυτό η δικαιοσύνη είναι μια ουτοπία. Η απόδοση της, με τρομάζει, απο όπου και αν προέρχεται. Αποτελεί μια τρόπον τινά, σκοτεινή δύναμη επάνω στις ζωές τοων άλλων- και αυτό, απο μόνο του, είναι σκοτεινό δικαίωμα.

Όλο και περισσότερο πιστεύω ότι κάνω λάθος επάγγελμα. Υπηρετώ κάτι στο οποίο δεν πιστεύω καθόλου. Και αυτό το "υπηρετώ", έχει αρνητικό πρόσημο, εξ ορισμού. Ο υπηρέτης δεν είναι ελεύθερος άνθρωπος, όσο και αν αυταπατάται ότι είναι. Όπως και ο ελεύθερος επαγγελματίας δεν είναι ελεύθερος, όσο και αν αυταπατάται ότι είναι. Με ενοχλούν οι αυταπάτες. Με τρομάζει η δικαιοσύνη σας. Με τρομάζει ακόμα και η δική μου δικαιοσύνη.

Που θέλω να καταλήξω (γιατί πρέπει να συνεχίσω την εκκαθάριση της χαρτούρας): Ας μην ξεχνάμε ότι οι καταδικασθέντες στην όποια ποινή ανθρώπινης δικαιοσύνης, είναι επίσης άνθρωποι. Άνθρωποι. Μπορεί να μην τους γνωρίζουμε, μπορεί να απέχουν έτη φωτός (ή σκοταδιού) οι ζωές μας, αλλά είναι άνθρωποι. Και μέσα σε μια στιγμή, παύουν να υπάρχουν ή να έχουν τα ίδια δικαιώματα με μας, επειδή αποδόθηκε "δικαιοσύνη", όπως την αντιλαμβάνεται κάποιος ή κάποιοι. Φρικτό είναι. Φρικτό. Ανατριχιαστικό. Ειδικά δε, αν γίνονται και διάσημοι με όποιον τρόπο εξ αυτού του γεγονότος, στο πρόσωπο τους μετουσιώνεται όλη η οργή, η ταύτιση ή και η απέχθεια των άλλων.

Μην ταυτίζεστε.  Δεν κάνει καλό. Άλλο οι πολύ κοντινοί. Αυτοί, βιώνουν την απώλεια. Οι υπόλοιποι, γνωρίζετε μόνο όσα κάποιοι σας λένε.Αλλά μην ξεχνάτε κιόλας. Αυτό που καταδικάζετε, μπορεί να συμβεί και σε σας, έτσι για πλάκα, ένα ωραίο πρωί.  Επίσης, αυτό για το οποίο κλαίτε ταυτιζόμενοι, πιθανότατα να μην συμβεί ποτέ στην δική σας ζωή. Άνθρωποι που δεν γνώριζαν τον δολοφονηθέντα καν, κλαίγανε με μαύρο δάκρυ για το κακό που τον βρήκε, λες και έπιναν καφέ μαζί χθες, εξαργυρώνοντας έτσι, λίγη απο την εφήμερη δόξα που φέρνει μια τέτοια ταύτιση. Και άνθρωποι που δεν γνωρίζουν το κορίτσι στην φυλακή, το καταδικάζουν διπλά, σίγουροι πως δεν μπορεί, κάτι θα έκανε για να βρεθεί εκεί μέσα- κάτι που οι ίδιοι, ποτέ δεν θα κάνουν. Αμ δε... Η δικαιοσύνη των άλλων, είναι περίεργο φρούτο και αποδίδεται επι δικαίων και αδίκων- πολλές φορές, επι δικαίων και όχι επι αδίκων.  Ο καθένας καταδικάζει με την δική του τρίτη πλευρά, εκείνη που κρατά κρυφή απο τους άλλους.

Το μόνο που έχουμε κοινό, οι άνθρωποι, είναι οι ανάσες που παίρνουμε και το αίμα που κυλάει στις φλέβες μας. Αυτό, από μόνο του, θα πρέπει να είναι αρκετό για να ανατριχιάζουμε. Και να αναλογιζόμαστε πόσο εφήμερο είναι αυτό το "ανθρωπος". Και πόσο σκληρή η δικαιοσύνη του καθενός, απο όπου και αν προέρχεται, όπως και αν αποδόδεται, ανεξαρτήτως της στολής που φορά.






Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

Μεγάλες Προσδοκίες.







Πρώτο βράδυ που έκλεισα τον υπολογιστή απο νωρίς. Συνήθως, είναι το τελευταίο πράγμα που κάνω, πριν πάω για ύπνο. Ακόμη και αν δεν δουλεύω/γράφω/σημειώνω/καθομαι στο γραφείο μου, τον αφήνω ανοιχτό. Εξάρτηση. Κάπως σαν να έχω πάντα ένα πακέτο τσιγάρα εξτρά ή ένα επιπλέον μπουκάλι κοκα κόλα στο ψυγείο. Just in case.

Απόψε τον έκλεισα απο τις οκτώ, παραδόξως. Δύσκολη βδομάδα, πολλή δουλειά, τρελό άγχος. Αποφάσισα να αράξω στον καναπέ και να αποβλακωθώ με καμιά ταινία, ώσπου να χαλαρώσω αρκετά για να ξεραθώ για ύπνο. Δύσκολος ο ύπνος τελευταία. Ή μάλλον δύσκολο να καταλήξω στο κρεβάτι, με διάθεση για ύπνο. Τέλος πάντων. Απόψε, είπα, ως εδώ. Και έκλεισα τον υπολογιστή. Αισθάνθηκα περήφανη κιόλας, που το έκανα με τόση αποφασιστικότητα. Και να που, τρεις ώρες αργότερα, ήρθα και τον ξανάνοιξα. Για να γράψω. 

Ξέρεις γιατί? 

Μου ήρθε ξαφνικά, η σκέψη- και επέμεινε κιόλας, να με βασανίζει, κάνοντας ηχώ μέσα στο μυαλό μου. Πολύβουο μέρος το μυαλό μου, αλλά ορισμένες στιγμές, κάποιες φωνές είναι πολύ πιο δυνατές και επίμονες απο τις άλλες. Αυτό που φώναζε, ξαφνικά, απόψε, ήταν το εξής:

Στην ζωή μου δεν έχω καταφέρει σπουδαία και μεγάλα επιτεύγματα.  

Είμαι σαράντα επτά χρονών γεμάτα. Μπήκα ήδη στα σαράντα οκτώ. Ότι δεν είχα τις περγαμηνές να το καταφέρω? Τις είχα, θαρρώ. Βλέπω άλλους ανθρώπους γύρω μου, να δημοσιεύουν πραγματείες, επιστημονικές, αναλύσεις σοβαρές, να γίνονται αναγνωρίσιμοι για τις φωτογραφικές/συγγραφικές/επιστημονικές τους ικανότητες, να κάνουν βήματα που εμένα μου φαντάζουν τεράστια. Εγώ δεν έχω τίποτα τέτοιο να επιδείξω (στον εαυτό μου πρώτα απ όλα). Ένα βιβλίο έχω γράψει και δεν το κυνήγησα, να εκδοθεί. Αντ αυτού, το έβαλα στην άκρη και μπήκα κατευθείαν στο δεύτερο. Μεγάλος αγώνας, διαρκής, χωρίς πυξίδα. Στα τυφλά. Σφάξιμο της ψυχής, ναι, αλλά όπως είπε και ο εκδότης της στην ηρωίδα μου "αν θέλεις να γίνεις συγγραφέας και δη διάσημη, πρέπει να κυκλοφορείς ένα βιβλίο τον χρόνο. Αλλιώς δεν είσαι τίποτα". Εγώ έκανα δυο χρόνια να ολοκληρώσω τους Εκλεκτούς στα ελληνικά (μετά απο άλλα δύο που ψαχνόμουν στα αγγλικά) και παραμένει στην μνήμη του υπολογιστή μου, με εξαίρεση δυο ανθρώπους που μου έκαναν την τιμή να το διαβάσουν. Και τον Ερμή που έχει κολλήσει με τα γραπτά μου και γουστάρει για δικούς του λόγους. Όσο για το δεύτερο? Ιδέα δεν έχω που πάει, και πως- ή πόσο θα μου πάρει να το τελειώσω. Τι νόημα έχει?

Είμαι δικηγόρος στο επάγγελμα. Κάνω καλά την δουλειά μου, θεωρώ, μένω σε αυτά που γουστάρω να κάνω καλά στον επαγγελματικό τομέα και ως εκεί. Δεν έχω κάτι άλλο στο βιογραφικό μου. Όχι το επίσημο, αυτό το κλασσικό της εύρεση; εργασίας, αλλά στο βιογραφικό της ζωής μου. Άντε και το blog ετούτο εδώ. Τίποτε απο όσα ονειρεύτηκα δεν συνέβη ακόμη. Δεν το πάλεψα αρκετά? Δεν ξέρω. 'Ισως. Πάντως, στην ζωή μου δεν έχω καταφέρει τίποτε σπουδαίο. Τίποτε που θα μείνει πίσω μου, αν φύγω μια μέρα. Κάτι στιβαρό, ομιχλώδες όσο και φωτεινό, σαν φάρος στα σκοτάδια. Ή σαν έντονο σκοτάδι στα τεχνητά φώτα της παρανόησης, που να καλεί τους άλλους να το ανακαλύψουν. Κάτι ουσιώδες, βρε αδερφέ. Κάτι μοναδικό. Αν μη τι άλλο, όπως το έχω εγώ στο μυαλό μου. Και επειδή δνε μου κάνει τίποτα λιγότερο, δεν κάνω και τα λιγότερα.

Με έτσουξε που το παραδέχτηκα. Με έτσουξε πολύ. Δεν αρκεί να νιώθεις σπουδαίος, ξεχωριστός, διαφορετικός. Πρέπει να προκύπτει κιόλας αυτό, απο κάπου. Απο κάτι. Πρέπει να παράγεις έργο, αντίστοιχο των προσδοκιών σου. Προσδοκίες, στην ζωή μου, είχα και έχω πολλές. Μεγάλες. Με ελκύει η προοπτική τους, όσο και με φοβίζει. Όμως, δεν έχω καταφέρει τίποτε ιδιαίτερο. Ούτε τόσο δα. Αποσπασματικές στιγμές μόνο. Και κάμποσα φαντάσματα να με βασανίζουν διαρκώς. Δικά μου φαντάσματα. Προσωπικά. Ίσως, εγώ πρώτη απ όλους, να έχω πέσει σε μια ρωγμή του χρόνου και να έχω ξεχαστεί εκεί μέσα, ενώ οι άλλοι γυρω μου προχωρούν μπροστά. Ούτε καν όνειρα δεν βλέπω- τις σπάνιες φορές που θα δω, θα είναι τετριμμένα σκηνικά της καθημερινότητας ή πράγματα που κάνω και δεν μου αρέσουν καθόλου. Ξέρεις πως συμβαίνει στα όνειρα πολλές φορές. Κάνεις κάτι και μετά, ξυπνάς και αναρωτιέσαι γιατί στο διάβολο το έκανες, αφού στον ξύπνιο σου δεν θα το γούσταρες καθόλου. Σαν να μην είσαι εσύ, αλλά μια διαστρεβλωμένη εκδοχή του εαυτού σου.

Είμαι ένας Κανένας, χωρίς ταυτότητα και μέλλον, θαρρώ πως. Παγιδευμένη και γω, στον μικρόκοσμο μου, ζώ μέσα του τις μεγάλες μου στιγμές, χωρίς να τις προσφέρω σε κανέναν άλλο για να τις κρίνει, να πάρει απο αυτές, αν κάτι του αρέσει. Και με τρώει φοβερά η σκέψη του Κάφκα. Με τρώει, με βασανίζει αλύπητα. 

«Εγώ πιστεύω ότι θα έπρεπε κανείς μόνο τέτοια βιβλία εν γένει να διαβάζει, που τον δαγκώνουνε και τον κεντάνε. Αν το βιβλίο που διαβάζουμε δεν μας ξυπνά μ’ ένα χτύπημα γροθιάς στο κρανίο, για ποιον λόγο διαβάζουμε τότε το βιβλίο; Για να μας κάμει ευτυχείς, όπως γράφεις; Θεέ μου, ευτυχείς θα ήμαστε ακόμη κι αν δεν είχαμε καθόλου βιβλία, και τέτοια βιβλία, που θα μας κάμουν ευτυχείς, θα μπορούσαμε εν ανάγκη να γράψουμε κι οι ίδιοι. Χρειαζόμαστε όμως τα βιβλία που επενεργούν επάνω μας σαν δυστυχία που μας πονάει πολύ, όπως ο θάνατος κάποιου που αγαπήσαμε πιο πολύ απ’ τον εαυτό μας, σαν να ήμαστε διωγμένοι σε δάση, μακριά απ’ όλους τους ανθρώπους, σαν αυτοκτονία, ένα βιβλίο πρέπει να είναι το τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα μέσα μας…».

Ένα τέτοιο τσεκούρι, θέλω πάντα να δημιουργήσω. Ένα βιβλίο που να επενεργήσει έτσι στις ψυχές των ανθρώπων καταλυτικά. Ως σήμερα, δεν το έχω καταφέρει, προφανώς.  Ως σήμερα, δεν έχω καταφέρει τίποτα άξιο λόγου. Και αυτό, μου προκαλεί θλίψη. Απογοήτευση. Όχι ότι είναι κακό, αυτό, απαραίτητα. Πιστεύω πως πρέπει να αναγνωρίζουμε τις συνθήκες και τις δυνατότητες μας, είτε μας αρέσει αυτό που ανακαλύπτουμε είτε όχι. 


Αλλά να... Στην ζωή μου, δεν έχω δημιουργήσει τίποτε σπουδαίο και σημαντικό. Μέτρια ανάμεσα στους μετρίους. Τόσο απλά. Τόσο σκληρά, όσο και ρεαλιστικά.

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

ΝΕΚΥΙΑ









Κάιρο

 Τρίτη, 7 Μαρτίου 1942.



Αγαπημένε μου Μάλκομ,

Ανησυχώ πολύ για σένα και την οικογένεια σου. Έχω να λάβω νέα σου πάνω από ένα χρόνο και δεν ξέρω αν ζεις ή σκοτώθηκες σε κάποιον από τους βομβαρδισμούς του Λονδίνου. Ο κόσμος καταρρέει για άλλη μια φορά και δεν μου έχει μείνει τίποτε πια, για να κρατηθώ, ούτε καν η αλληλογραφία μας. Τίποτε τυχαίο στην ζωή. Νωρίτερα, τακτοποιούσα κάτι έγγραφα και έπεσα επάνω σε κάποια επιστολή σου του 1938, με την οποία μου ζητούσες να δώσω μια ομιλία στην Οξφόρδη, για τα ομηρικά έπη, σε ένα συνέδριο επι του θέματος. Θυμάμαι ακόμη την απάντηση μου και χαμογελώ νοσταλγικά. Σε ευχαριστώ από καρδιάς για την πρόσκληση σου, σου είχα απαντήσει. Με τιμά- θα αρνηθώ όμως. Δεν έχω καμία διάθεση να αντικρύσω ξανά τις αλαζονικές φάτσες των άνοων που επιμένουν να αποκαλούν εαυτούς γνώστες, ειδήμονες, ειδικούς σε ένα θέμα που δεν έχουν κατορθώσει καν να αγγίξουν τόσους αιώνες. Ο Όμηρος συνεχίζει εξακολουθητικά να τους διαφεύγει καθώς κολλούν στις λέξεις, τις μεταφράσεις, τις αρχαιολογικές, ιστορικές, γλωσσολογικές προεκτάσεις του θέματος. 


Βρίσκομαι στο Κάιρο από πέρυσι τον Ιούνιο. Μόνος, όπως έπρεπε να ήμουν πάντα. Η Χρυσάνθη δεν υπάρχει πια, αυτό, το γνωρίζεις ήδη. Αυτό που δεν γνωρίζεις είναι ότι υπήρξα ο ηθικός αυτουργός του θανάτου της, αν όχι ο ίδιος της ο δολοφόνος. Ακόμη δεν μπορώ να χωνέψω ότι χάθηκε έτσι ξαφνικά, από τις επιπλοκές της γέννας. Για οκτώ μήνες, έδειχνε να πηγαίνει καλύτερα, μα ξαφνικά, κύλισε απότομα και τίποτε δεν μπορούσε να γίνει για να σωθεί. Δυσκολεύομαι να αποδεχτώ τον χαμό της, μα πιο πολύ, δυσκολεύομαι να συγχωρήσω την δική μου συμμετοχή σε αυτόν. Την έβλαψα, Μάλκομ, άθελα μου. Την έβλαψα ανεπανόρθωτα και δεν μου το συγχωρώ. Διέπραξα ύβρη. Τώρα, το κατανοώ. Και σαν να μην έφτανε αυτή η δυστυχία, χάθηκε και ο Ρόμπερτ. Στην μεγάλη επίθεση των Ιταλικών στρατευμάτων στην Λιβύη, ο γιός μου εξαφανίστηκε μέσα στον πανικό, μαζί με την νταντά του, την Άννα. Μέσα σε τέτοια παγκόσμια αναταραχή, δεν έχω κατορθώσει να τον βρω ακόμη. Είναι σαν να ψάχνω βελόνα στα άχυρα- άχυρα που φλέγονται μάλιστα. Ίσως να είναι ήδη νεκρός. Ίσως ακολουθώ κατά γράμμα την μοίρα του πατέρα μου, φίλε μου. Η κατάρα της δυναστείας των Μακ Λέοντ και των Φήερμπορν μαζί. Οι θετοί μου γονείς με έσωσαν από βέβαιο πνιγμό, αποστερώντας μου έτσι, την παρουσία του πατέρα μου, που με έψαχνε μια ζωή. Και γω έχασα τον γιό μου, περίπου στην ίδια ηλικία, έστω και από εντελώς διαφορετική αιτία. 


Και τώρα, κάθομαι και αναμασώ το παρελθόν, εδώ στην ξενιτιά, παρακολουθώντας τον κόσμο να διαλύεται ξανά από την αρχή, ανήμπορος να σταματήσω την καταστροφή του, όπως ακριβώς και πριν είκοσι πέντε χρόνια. Αν ζεις και λάβεις αυτό το γράμμα τελικά, μην απορήσεις για το κατεβατό που θα διαβάσεις. Ίσως πεις, πάει, τρελάθηκε ο γέρο-Άλασταιρ και ασχολείται με ασυναρτησίες, ενώ ο κόσμος καίγεται γύρω του. Μπορεί να είμαι γέρος, μα δεν το έχω χάσει ακόμα. Δυστυχώς για μένα, τα έχω τετρακόσια. Και έχω λόγους που αναμασώ τα ομηρικά έπη, τώρα δα, γιατί είναι επίκαιρα όσο ποτέ. Δικαίως είχα αρνηθεί τότε να συμμετάσχω στο συνέδριο. Δεν έχω αλλάξει γνώμη για την ανοησία και την τυφλότητα των ειδημόνων επι του θέματος των ομηρικών επών. Προς υπεράσπιση τους θα πρέπει βέβαια, να πω ότι δεν είναι οι μόνοι που δεν βλέπουν και δεν κατανοούν. Ούτε καν οι ίδιοι οι Έλληνες, οι αναγκαστικοί κληρονόμοι αυτής της πολύτιμης περιουσίας,  δεν έχουν κατορθώσει να φτάσουν στην βάση του παγόβουνου, αλλά μένουν στην κορυφή του πεισματικά. Επιφανειακές προσεγγίσεις, απογοητευτικές στην ατέλεια και την μικρόνοια τους, όλες οι μελέτες και οι αναλύσεις της Ιλιάδας και της Οδύσσειας που έχω διαβάσει- και συ ξέρεις πως έχω διαβάσει τις περισσότερες μεταφράσεις που έχουν κυκλοφορήσει, σε αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, από όλους όσους μαζεύτηκαν εκείνο τον Απρίλη του 1937 στην Οξφόρδη και κόμπαζαν για την πολυπραγμοσύνη τους στο συγκεκριμένο θέμα. Θα κόλλησαν και πάλι με τα Prolegomena ad Homerum του Φρήντριχ Βόλφ, περί του περιβόητου Ομηρικού ζητήματος και όλες τις ανούσιες κορώνες που κατά καιρούς βγάζουν, επι του θέματος. Και θα κολλήσουν και στο μέλλον, παρασυρμένοι από τις δυνατότητες των νέων τεχνολογιών, οι επόμενοι επαΐοντες. 


Μετάφραση αρχαίου κειμένου σε άλλη γλώσσα, είναι αδύνατο να υπάρξει χωρίς απόδοση κάποιον λέξεων που δεν έχουν αντίκρισμα, άρα, μικρή ή μεγαλύτερη διολίσθηση εκ του πρωτοτύπου. Ο εκάστοτε μεταφραστής, περιοριζόμενος από την ίδια την γλώσσα στην οποία μεταφέρει το αρχαιοελληνικό κείμενο, αποπειράται να αποδώσει έννοιες, λέξεις, ονόματα, με τρόπο που να έχουν κάποια, έστω, λογική για τον ίδιο, συνοχή και σημασία. Δύσκολο εγχείρημα, ίσως και ακατόρθωτο, όχι μόνο λόγο της διαφοράς της γλώσσας και των εννοιών της, αλλά κυρίως, λόγω της εγγενούς άγνοιας εκείνου του Κόσμου, που χάνεται στα βάθη της ύπαρξης, τρείς χιλιετίες σχεδόν νωρίτερα. Φυσικά, η μέτρηση του χρόνου είναι δημιούργημα του Ινδο-ευρωπαϊκού γλωσσολογικού συστήματος. Οι Ανατολικές γλώσσες, όπως κινέζικα, γιαπωνέζικα, δεν διαθέτουν καθόλου χρόνους. Δεν υπάρχει σε αυτές, παρόν, παρελθόν, μέλλον. Όλα είναι ένα. Σε αυτές τις γλώσσες, η έννοια του χρόνου, το πέρασμα του, είναι απόν. Δεν υφίσταται. Στις ινδο-ευρωπαϊκές γλώσσες λοιπόν, ακόμη και εις την νεοελληνική, το πείραμα της απόδοσης ενός τέτοιου κειμένου, αποδεικνύεται δίκοπο μαχαίρι- και όχι μόνο γιατί οι «εννέα χρόνοι» που πολιορκούσαν την Τροία οι επιτιθέμενοι, πιθανόν να μην είχαν την ίδια σημασία που έχουν σήμερα. Ο χρόνος το 1.800 π.Χ, δεν είχε την ίδια έννοια με τον χρόνο στα 1.800 και τα 1900 μ.Χ. 


Το πρόβλημα για μένα, έγκειται αλλού- και θαρρώ πως στο είχα ήδη αναλύσει όταν συναντηθήκαμε στο Αμβούργο το 1939. Ξέρεις ότι έχω μελετήσει και το αρχαιοελληνικό κείμενο αυτούσιο, καθώς και τις αποδώσεις του στην ελληνική. Πέρα από σαφείς διαφορές στις λέξεις και τις φράσεις, η ουσία των κειμένων δεν αλλάζει, αλλά εξακολουθεί να παραμένει κρυμμένη σε κοινή θέα. Είμαι πεπεισμένος πως οι μελετητές, όλοι τους, ο ένας μετά τον άλλο, κάνουν το ίδιο τραγικό λάθος. Αποπειρώνται να εξηγήσουν τα Ομηρικά έπη υπό το πρίσμα της δικής τους οπτικής και κοσμοθέασης, της δικής τους αντίληψης αξιών και μεγεθών. Κάτι τέτοιο είναι επικίνδυνο. Αποπροσανατολίζει, εξάγοντας παραπλανητικά συμπεράσματα, όπως καταφέρνει να πράξει και η προσπάθεια να προσδιοριστεί η χρονολογική τοποθέτηση των κειμένων αυτών που χάνονται στα βάθη της συνείδησης του ανθρώπινου είδους. Είναι άλλο πράγμα η καταγραφή των μύθων με λέξεις, φράσεις και παραγράφους σε ένα ενιαίο κείμενο και άλλο η αρχική τους σύλληψη, η γένεση τους σε μία εποχή που πιθανόν κανείς να μην γνώριζε γραφή και ανάγνωση. Μια εποχή που το κλέος, η τιμή, η οδύνη, η αριστεία, το έτος, ακόμη και η θάλασσα,  εσήμαιναν κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ ότι σήμερα, σε οποιαδήποτε καταγεγραμμένη και γνωστή πραγματικότητα, ελληνική ή άλλη. 

Ταξίδεψα στην Ελλάδα, τον Μάιο του 1933. Την περπάτησα απ άκρη σ άκρη για δώδεκα μήνες σχεδόν και είμαι σίγουρος ότι τίποτα δεν συνδέει τον τόπο αυτόν που εξερεύνησα, με τις ελεγείες των Ομηρικών επών. Φτωχή και υποταγμένη χώρα, άνθρωποι με σκυμμένο το κεφάλι, πεινασμένοι και εις αναζήτηση ισχυρών ευρωπαίων φίλων, στους οποίους προσκολλώνται παθητικά, σχεδόν δουλικά, ήδη από το 1824. Απογοητεύτηκα. Πέρα από κάποιες, ελάχιστες, αναλαμπές περηφάνιας σε μεμονωμένα άτομα, τίποτε δεν μου θύμισε το περιβόητο ελληνικό αθάνατο, αδάμαστο πνεύμα, για το οποίο παραληρούν οι πάντες στην Ευρώπη, έχοντας αναγάγει στην σφαίρα του ιδεατού κάτι που πιθανόν να μην υπήρξε ποτέ. Αν ερχόμουν στο συνέδριο που με προσκάλεσες τότε, μάλλον θα προκαλούσα και πάλι αναταραχή με τις απόψεις μου, Μάλκομ. Όχι ότι δεν θα το διασκέδαζα, αλλά έχει αρχίσει να γίνεται βαρετό ακόμη και αυτό. Θα άρχιζαν τις ψαλμωδίες περί του ελληνικού ιδεώδους και το πώς αυτό καθρεφτίζεται μέσα από τα ομηρικά έπη και θα έπρεπε να τους θυμίσω αυτό που αρνούνται να δουν. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια δεν έχουν καμία σχέση με αυτό που έχουν μέσα στο μυαλό τους και θαυμάζουν απαρέγκλιτα ως «αρχαιοελληνικό». Αν υπήρχαν αυτοί οι Έλληνες, τότε η Ελλάς δεν θα ευρισκόταν στο χάλι που ευρίσκεται. Μα το αστείο είναι ότι αυτή η Ελλάς δεν απεικονίζεται ούτε κατά διάνοια στις σελίδες της Ιλιάδας. Είναι αστείο και να ισχυριστεί κάποιος ότι οι εκστρατεύοντες κατά της Τροίας ήσαν Έλληνες. Και όμως, επιμένουν να το ισχυρίζονται όλοι όσοι ασχολούνται με το θέμα. Τόσο αδαείς. 


Φυσικά, δεν φταίει ο Όμηρος γι αυτήν την αέναη πλάνη. Εκείνος, ξεκάθαρα στην β΄ ραψωδία της Ιλιάδας, απαριθμεί τους συμμετάσχοντες στον πόλεμο. Αχαιοί, Αργείοι, Δαναοί, ονομάζονται συχνά πυκνά οι επιτιθέμενοι. Δεκαεπτά χιλιάδες στίχους αριθμεί η Ιλιάδα και μόλις τρεις τέσσερεις αναφορές της λέξης έλληνες εντοπίζονται σε ολόκληρο το κείμενο- και αυτές, μάλλον σε αντιδιαστολή με τον συρφετό των λυσσασμένων για αίμα και καταστροφή πλιατσικολόγων. Μία αναφορά στην β’ Ραψωδία, στον στίχο 530. «Πανέλληνες και Αχαιούς», αναγράφει ο καταγραφέας του κειμένου, σαν να κάνει μια διάκριση ανάμεσα τους. Σαν να μην θεωρεί τους Πανέλληνες Αχαιούς, αλλά δύο διαφορετικές κατηγορίες που αξίζουν χωριστής μνημόνευσης. Και πάλι, στην β’ ραψωδία, στον στίχο 680, αναφέρει «οι Μυρμιδόνες που καλούνταν Έλληνες και Αχαιοί». Ο Αχιλλέας είχε κυριεύσει την Θήβα, που επίσης βρισκόταν στον Ελλαδικό χώρο, να σου θυμίσω. Δεν ομιλουμε για Έλληνες ως ένα καθαρό φύλλο που εκστράτευσε κατά κάποιου άλλου λαού. Ομιλούμε για συμμαχίες τοπικών φατριών. Ατρείδες, Μυρμιδόνες, Βοιωτοί, Λοκροί, Κορίνθιοι, Κρητικοί, Αθηναίοι, Σαλαμίνιοι, Αργείοι, Λακεδαίμονες, Μυκηναίοι, Αρκάδες, Αιτωλοί, Κρήτες, Συμιακοί, Ροδίτες. Όχι Έλληνες. Και στον στίχο 760 αναφέρεται: «αυτοί ήσαν οι αρχηγοί και οι κυβερνήτες των Δαναών». Δαναοί. Αργείτες. Από την άλλη πλευρά, «στη μεγάλη πολιτεία του Πριάμου βρίσκονται πολλοί σύμμαχοι, και κάθε φυλή από τις πολλές των ανθρώπων έχει και τη δική της γλώσσα». Πελασγοί, Θράκες, Τροιζήνιοι, Λυκιοι, Κάρες, Μαίονες, Φρύγες, Μυσοί, Δάρδανοι, Τρώες. Κίκονες. Τους απαριθμεί και αυτούς με λεπτομέρεια. 

Τρώες και Αργείτες ή Δαναοί, ονομάστηκαν εν συντομία τα δυο αντίπαλα στρατόπεδα, για την οικονομία της εξέλιξης του έπους. Ξανθοί οι Αργίτες- μελαχρινοί οι Τρώες. Σαν μια παρτίδα σκάκι- με άσπρα και μαύρα πιόνια. Άκου τώρα και ετούτο. Παρακάτω, στον στίχο 825 αναφέρεται το εξής: «Οι Τρώες πάλι που κατοικούσαν στη Ζέλεια, κάτω από την τελευταία υπώρεια της Ίδας, πλούσιοι, που έπιναν το σκοτεινό νερό του Αίσηπου, αυτοί είχαν αρχηγό το λαμπρό γιο του Λυκάονα, τον Πάνδαρο, που, το τόξο του, του το είχε χαρίσει ο ίδιος ο Απόλλωνας». Αντιλαμβάνεσαι τι θέλω να πω? Ένας γιός του Λυκάωνα, ένας πρωτέλληνας, βρισκόταν στο στρατόπεδο των Τρώων. Πως γίνεται τότε, να επιμένουν όλοι ότι οι Έλληνες ήσαν οι άλλοι? Ο Λυκάωνας ήταν ο ιδρυτής  της πρώτης συντεταγμένης ανθρώπινης κοινωνίας, Μάλκομ. Ίδρυσε την Λυκόσουρα  γύρω στο 10.000 π.Χ , επάνω στο όρος  Λύκαιο, οργανώνοντας έτσι την πρώτη ομαδική ζωή. "πόλεων δε, οπόσας επί τη ηπείρω έδειξε γη και εν νήσοις, Λυκόσουρα εστί πρεσβυτάτη, και ταύτην είδεν ο ήλιος πρώτην. Από ταύτης δε οι λοιποί ποιείσθαι πόλεις μεμαθήκασιν άνθρωποι», αναφέρει ο Παυσανίας. Δηλαδή : «η Λυκόσουρα είναι η παλιότερη από όλες τις πόλεις , που υπάρχουν στην ηπειρωτική χώρα και στα νησιά. Ήταν η πρώτη πόλη που είδε το φως του ήλιου και από αυτήν έμαθαν οι άλλοι να κτίζουν πόλεις»


Βασικό στοιχείο στην όλη εξήγηση αποτελεί η διερεύνηση του συνθετικού  –Λυκ , που έλκει τη ρίζα του από την αρχαία ελληνική λέξη Λύκη (φως), από την οποία παράγονται οι λέξεις λύχνος, λυκόφως, (λατινικά Lux=φως) . Lucifer. Εωσφόρος. Μεγάλη συζήτηση για να την ανοίξω εδώ, τώρα, αλλά γνωρίζεις τις απόψεις μου επι του θέματος ήδη. Εν πάση περιπτώσει, οι περιγραφές του Ελλαδικού Κόσμου στα ομηρικά κείμενα, είναι σποραδικές, λιγόλογες, σαν ομίχλη στο βάθος μιας εικόνας και ουδόλως κατορθώνουν να αναπαραστήσουν τα μεγέθη της εποχής. Ο Βασιλιάς του σήμερα, έχει υπηκόους, μεγάλες εκτάσεις γης, χώρες ολόκληρες υπό την κυριαρχία του. Τότε, η πόλη ήταν η Χώρα- και ακόμη και η πόλη, είχε άλλο μέγεθος, λειτουργία, κανόνες απ΄ ότι σήμερα. Ουσιαστικά, για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, μιλάμε για φατρίες που ζούσαν σε οικισμούς, μεγαλύτερους ή μικρότερους. Το να λέμε «Ο Βασιλιάς των Αχαιών» και να νομίζουμε ότι έχουμε συλλάβει την έννοια, είναι ατόπημα. Όπως ατόπημα είναι να θεωρούμε ότι μπορούμε, έστω, να φανταστούμε ποιος ήταν ο Αχιλλέας. Τι ήταν. Τι αντιπροσώπευε ο Πρίαμος. Θα έπρεπε να έχω ζήσει στις συνθήκες εκείνες, για να μπορέσω να κατανοήσω- εγώ ή οποιοσδήποτε άλλος. Οπότε, τα συμπεράσματα εκ του ασφαλούς, είναι παντελώς άσχετα με την πραγματικότητα της εποχής εκείνης, όπως είναι άσχετα και τα όποια συμπεράσματα για την επιγραφή του Τύμβου των Θερμοπυλών.


Μου είναι επίσης, αδιάφορο αν ο καταγραφέας ήταν ο Όμηρος ή δύο, τρεις, ακόμη και περισσότεροι άνθρωποι που πιθανόν να έζησαν και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Αν η άποψη μου έχει καμία σημασία, θα σου πω ότι θεωρώ πως τα κείμενα εγράφησαν από γυναίκα. Μόνο μια γυναίκα θα μπορούσε να αποδώσει με τόσο ρεαλισμό την κατακρεούργηση των ανθρώπινων κορμιών, τις φονικές μάχες, το κλέος και την ανδρεία, αλλά και το όνειδος, την φρίκη και την απαξία αυτών των ίδιων γεγονότων που υμνεί. Οι αρσενικοί είναι θερμοκέφαλοι. Δρουν και δεν σκέφτονται. Θαρρώ πως κανένας αρσενικός δεν θα έβαζε, για παράδειγμα, τον Οδυσσέα να κλαίει με μαύρο δάκρυ, όπως συμβαίνει στην Οδύσσεια, όταν ακούει τον βάρδο στην αυλή των Φαιάκων να εξυμνεί το κατόρθωμα του Δούρειου Ίππου. Είναι τόσο αλλοπρόσαλλη η εικόνα αυτή, αν το καλοσκεφτείς, που εμένα τουλάχιστον, μου θυμίζει τον λεπτό σαρκασμό ενός θηλυκού μυαλού. Το κλάμα του τύπου, μοιάζει εντελώς παράταιρο, αν όχι ψεύτικο. Και πουθενά δεν φαίνεται να μετανοεί για τις δολοφονίες που διέπραξε. Γιατί κλαίει? Άσε το άλλο: ποια Ελένη? Ποίο ξέπλυμα της τιμής? Εμείς που ζήσαμε τον Μεγάλο Πόλεμο, Μάλκομ, γνωρίζουμε καλά πως η δολοφονία του Αρχιδούκα Φερδινάνδου στο Σεράγεβο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το έναυσμα των εχθροπραξιών, που είχαν ήδη προετοιμαστεί επι μήνες, αν όχι χρόνια. Και τώρα το ξαναζούμε, με αφορμή έναν παράφρονα που βρέθηκε στην εξουσία της Καγκελαρίας του Ράιχ. Ένα απλό κλικ είναι πάντοτε, η έναρξη των εχθροπραξιών. Αδιάφορο κατά τα άλλα, Κάπως σαν τον πυροβολισμό του αφέτη στις σκυταλοδρομίες. Τίποτε ουσιώδες. Η ουσία των Ομηρικών κειμένων για μένα, δεν έχει να κάνει ούτε με τον χώρο, ούτε με τον χρόνο, ούτε με τους συσχετισμούς δυνάμεων ή τα εργαλεία της εποχής εκείνης, αλλά με κάποιες πανανθρώπινες έννοιες που εξακολουθούν να συγκλονίζουν, όπως είμαι βέβαιος ότι θα εξακολουθήσουν να συγκλονίζουν και πολλούς αιώνες αργότερα. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια είναι Μύθοι. Και σαν Μύθους πρέπει να τις αντιμετωπίσουμε. Ένας Μύθος είναι και γρίφος ταυτόχρονα. Σαν κλειδί πασπαρτού, ανοίγει πολλές πόρτες- και συνήθως, τις πόρτες που οι πολλοί δεν επιθυμούν καθόλου να διαβούν. 


Ο Τρωικός πόλεμος ήταν η σύγκρουση δύο κόσμων που έληξε αιματηρά, μέσα στις φλόγες, με την καταστροφή του ενός. Τίποτε άγνωστο, τίποτε νεωτεριστικό. Πόλεμοι υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντα. Είναι συνυφασμένοι με την απληστία, τον φόβο, την κτηνωδία που κρύβει μέσα του ο άνθρωπος, όσο κανένα άλλο από τα θηρία της φύσης. Οι Αχαιοί δεν έκαμαν τίποτε διαφορετικό απ’ ότι οι Σταυροφόροι που λιμπίστηκαν την Κωνσταντινούπολη ή οι Βίκινγκς που λιμπίστηκαν το Βυζάντιο- ή ακόμη και οι Γερμανοί σήμερα, που λιμπίστηκαν την Ευρώπη ολόκληρη. Ειδικά σήμερα, μπορούμε να βρούμε δεκάδες ανατριχιαστικές ομοιότητες. Δεν χρειαζόμαστε τον Όμηρο για να μας περιγράψει πως νιώθει ένα ανθρώπινο κορμί όταν διαμελίζεται από την ξιφολόγχη ή πως τα συμφέροντα κάποιων οδηγούν τους λαούς στην σφαγή και τον όλεθρο. Παραείναι ζωντανή η πρόσφατη εμπειρία μας, για να περιπέσουμε σε τέτοιο ατόπημα, εγώ και συ, έστω και αν στην Οξφόρδη τους βλέπω ήδη με τα μάτια της φαντασίας μου σε κάποιο μελλοντικό συνέδριο, να δηλώνουν συγκλονισμένοι με τις Ομηρικές περιγραφές των σφαγιασμών, σαν δεσποσύνες που ερεθίζονται από την χλαπαταγή της μάχης που βλέπουν μόνο από τις σελίδες ενός αρχαίου κειμένου.  Αστειότητες. Θέατρο. Υποκρισία. 


 Η ουσία Μάλκομ, ξέρεις ποια είναι? Το ένστικτο υπερίσχυσε. Η πείνα. Η γυμνή ανάγκη νίκησε την προσεκτικά σχεδιασμένη και διαστρωματωμένη κατασκευή του πολιτισμού της Τροίας, την στηριγμένη σε ευγενικές αξίες και ιδανικά. Η γυμνή ανάγκη πάντα νικά. Δεν διαφέρει διόλου από το γενετήσιο ένστικτο, που μετατρέπει και τον πιο συγκροτημένο και ευγενή άνθρωπο σε θηρίο, με τις σιαγόνες του μισάνοιχτες, να γρυλίζει επάνω στην παραφορά του, απαλλαγμένος από κουστούμια, συμβατικότητες και κοινωνικούς κανόνες. Τα δόντια του είναι γυμνά, τα σάλια του τρέχουν καθώς τινάζει το σώμα του για να ικανοποιήσει την επιθυμία του, είτε αυτή είναι ο σκοτεινός γυναικείος κόλπος, είτε ένα κομμάτι καλοψημένο κρέας, είτε ακόμη, το μοναδικό ευαίσθητο άνοιγμα ενός αντρικού κορμιού. Η πείνα δεν έχει λογική, δεν υποτάσσεται. Είναι στιγμιαία ή και πιο διαρκής τρέλα. Μετατρέπει τον άνθρωπο σε κτήνος. Κτήνη είναι σήμερα, οι αποτελούντες τον Άξονα- και ειδικά, οι Γερμανοί. Δεν κάνουν τίποτε διαφορετικό απ’ ότι έκαμαν οι υποτιθέμενοι ήρωες της Ιλιάδας, τρεις χιλιάδες χρόνια πριν. Σφάζουν, λεηλατούν, καταστρέφουν χωρίς έλεος, έτσι, γιατί γουστάρουν και μπορούν. Σήμερα, η ομοιότητα των επιτιθέμενων στην Τροία με τους ΓερμανοΙταλούς και τους συμμάχους τους, είναι ακόμη πιο ανατριχιαστική. Και γι αυτό η Ιλιάδα ειδικά, είναι τόσο επίκαιρη. 


Τα Ομηρικά έπη, Μάλκομ, είναι οι ελεγείες του κτηνώδους, από την αρχή ως το τέλος τους, φίλε μου. Η βαρβαρότητα των επιτιθέμενων δεν έχει τελειωμό. Όποιος θέλει να πιστεύει ότι οι κατακτητές της Τροίας δεν ήσαν βάρβαροι, αυταπατάται οικτρά. Ακόμη και στο τέλος της Οδύσσειας, ο Οδυσσέας δεν θα σταματούσε να σκοτώνει τα άλλα κτήνη που λιμπίστηκαν το βιός του κατά την απουσία του, αν δεν επενέβαινε η Αθηνά, το λογικό κομμάτι του εαυτού του. Λες και δεν χόρτασε αίμα και σκοτωμούς. Τίποτε δεν έμαθε, από την εμπειρία του. Και γι αυτό, η Ιθάκη δεν έγινε ποτέ ξανά γι αυτόν, το απάνεμο λιμάνι που επιθυμούσε. Τα απάνεμα λιμάνια είναι ουτοπία για όσους καίει μέσα στα σπλάχνα τους η όποια δολοφονική φλόγα τους κινεί. Άλλωστε, του το διαμήνυσε ο Τειρεσίας, στην Νέκυια. Θα επιστρέψεις στο σπίτι σου μετά κόπων και βασάνων, του είπε, αλλά θα ξαναφύγεις αμέσως. Θα πεθάνεις αλλού, σε μέρος που δεν έχει θάλασσα. Πιθανόν, λέγοντας θάλασσα, να εννοούσε ο Τειρεσίας τα θεριά στην ψυχή του Οδυσσέα. Όταν θα συμφιλιωθεί με αυτά, τότε και θα πεθάνει, ήσυχος πια, χωρίς κάτι να του λείπει, να του τρώει διαρκώς την ψυχή. 


Νέκυια- η πρώτη καταγεγραμμένη σύνδεση των ζωντανών με τους ήδη αποχωρήσαντες. Μια ρωγμή του χρόνου που επιτρέπει ταξίδια μεταξύ των Κόσμων. Δεν πιστεύω σε Θεούς- αν μη τι άλλο, είναι αδύνατον να υπάρχουν ταυτόχρονα τόσοι πολλοί Θεοί, όσοι σε τούτο τον πλανήτη που ζούμε. Όπως είναι αδύνατο να κάθονταν άπραγοι, αν υπήρχαν, μπροστά σε τέτοιες αιματοχυσίες. Οι Θεϊκές παρεμβάσεις στα ομηρικά ή τα όποια κείμενα, δεν είναι τίποτε άλλο από τις εσωτερικές φωνές των ανθρώπων, μια απόπειρα τους να εξηγήσουν τα σκοτάδια της ύπαρξης, να εξερευνήσουν την ηθική, την λογική, τον φόβο, το πάθος, τα φαινόμενα της φύσης. Έτσι, η φωνή της λογικής βαφτίστηκε Αθηνά, η φωνή της πολεμόχαρης ανάγκης Άρης, η ικανότητα κατασκευής πολύπλοκων μηχανισμών, εργαλείων, όπλων, Ήφαιστος, ο κεραυνός Δίας. Τα γυναικεία κάλλη, έφτιαξαν την Αφροδίτη, οι συζυγικές χαρές και ατοπήματα την Ήρα και πάει λέγοντας. Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι οι Λαοί που κατοικούσαν στην πλευρά της σημερινής Τουρκίας είχαν τους ίδιους Θεούς με τους απέναντι, δηλαδή, το Δωδεκάθεο. Δεν το θεωρώ καθόλου δεδομένο επειδή έτσι αναφέρεται σε ένα ελεγειακό κείμενο του παρελθόντος, που κατέγραψε την συγκεκριμένη ιστορία από την πλευρά των νικητών. Ως εκ τούτου, το αφήνω και αυτό, στην άκρη. Προτιμώ να στρέψω την προσοχή μου στο γεγονός ότι στις συγκεκριμένες ελεγείες, τα σκοτεινά ένστικτα των ανθρώπων, παρουσιάζονται τραγουδισμένα ωσάν ανδρεία, για να προσελκύσουν τόσο όσο. Σκέψου ότι το ίδιο κάνουν οι Γερμανοί σήμερα. Υμνούν την Άρια Φυλή τους, δικαιολογώντας και ωραιοποιώντας τις θηριωδίες τους. Το κάλος των «Ελλήνων», φίλε μου, είναι μία αυταπάτη, αν υπολογίσουμε ότι δεκαεπτά φυλές, κοινωνίες, βασίλεια, εκστράτευσαν μαζί, εναντίον έντεκα άλλων, με αιχμή του δόρατος την Τροία. Η Τροία ήταν ένα βορειοανατολικό εμπορικό σταυροδρόμι, το οποίο λιμπίστηκαν οι επιτιθέμενοι, όπως σήμερα λιμπίζεται ο Αδόλφος Χίτλερ τους σιτοβολώνες της Ανατολικής Ευρώπης και τα κοιτάσματα μετάλλων της.  


Δύο πρόσωπα ξεχώρισαν ανάμεσα στον πολυάριθμό στρατό των επιτιθέμενων, ο καθένας για εντελώς διαφορετικούς λόγους: ο Αχιλλέας και ο Οδυσσέας. Δυό πλάσματα που δεν υπάκουαν στους ανθρώπινους νόμους. Ο πρώτος, ένας Λύκος της στέπας, ανεξάρτητος, μοναχικός, μια ανίκητη πολεμική μηχανή που όμοια της δεν υπήρχε, ο άντρας με τα βαθιά αισθήματα, συνδεδεμένος με το Αχος- δηλαδή, τον πόνο, την θλίψη, την στενοχώρια. Και ο Οδυσσέας, εκ του οδύσσομαι: είμαι οργισμένος με κάποιον, μισώ. Άλλως, αυτός που εξοργίζει τους θεούς, που προκαλεί την μήνιν τους. Ο τετραπέρατος, ο διπλωμάτης, ο εφευρετικός ήρωας, αυτός που ξεγλιστρά με τεχνάσματα, στον αντίποδα του Αχιλλέα. Δεν θα σταθώ καθόλου στον Αγαμέμνονα- μου είναι αδιάφορος, ως χαρακτήρας. Με ενδιαφέρει ο Πρίαμος και ο γιός του ο Έκτορας, από την άλλη πλευρά. Ο Πρίαμος, που την στιγμή του μεγάλου του πόνου, γονάτισε μπροστά στον δολοφόνο του γιού του και του φίλησε τα χέρια. Ο γνωστικός άντρας που ενστικτωδώς βρήκε το ευαίσθητο σημείο του Αχιλλέα και κατόρθωσε να τον κάμει να κλάψει, να συζητήσει μαζί του, να του παραδώσει το άθαφτο πτώμα του παιδιού του. Και τι παιδί…. Ο Έκτορας μοιάζει με έναν Ιησού του μακρινού παρελθόντος: σήκωσε στις πλάτες του τα λάθη όλων, γνωρίζοντας πως σε αυτή την μάχη, θα χαθεί. Δεν έφερε αυτός τους ξαναμμένους γκάγκστερ στην πόρτα της πόλης του. Δεν τους προκάλεσε. Αναγκάστηκε όμως να σηκώσει το βάρος μιας ολόκληρης πόλης στους ώμους του. Ο δε θάνατος του, οδήγησε τον Αχιλλέα στην παραφορά, στην ακόμα μεγαλύτερη ύβρη. Αυτήν την ύβρη, την τελική και μοιραία, θαρρώ πως πλήρωσε με τον αστείο του θάνατο. Έναν θάνατο-τιμωρία, που ήλθε να του αποδείξει πόσο έξω είχε πέσει, πόσο βιάστηκε να κρίνει. Έτσι βιαστικά, αμείλικτα, αστεία σχεδόν, κόπηκε και το νήμα της  ίδιας του της ζωής. 


Ό,τι δίνεις παίρνεις. Ο Αγαμέμνων δολοφονήθηκε από την γυναίκα του και τον εραστή της με το που επέστρεψε θριαμβευτής στις Μυκήνες. Σατανικά δίκαιο. Ο μεγαλύτερος και δυνατότερος Βασιλιάς της εποχής, αυτός που ενορχήστρωσε το πλιάτσικο της Τροίας με αφορμή την αρπαγή της γυναίκας του αδελφού του από τον Πάρη, να χαθεί με τέτοιον ατιμωτικό τρόπο. Αυτός που βίασε τις γυναίκες άλλων, που άρπαξε την Βρισηίδα από τον Αχιλλέα μόνο και μόνο επειδή γούσταρε να του δείξει ποιος είναι το Αφεντικό, να φύγει από το χέρι του εραστή της γυναίκας του και όψιμου αντικαταστάτη του στην βασιλεία των Μυκηνών. Ο Αχιλλέας πάλι, χάθηκε με τον πιο αλλοπρόσαλλο –και δίκαιο- τρόπο: από ένα μολυσμένο βέλος που διαπέρασε την φτέρνα του, το μοναδικό σημείο στο σώμα του που ήταν τρωτό. Αυτός, ο ανίκητος, η πολεμική μηχανή, σκοτώθηκε τόσο απλά, τόσο ασύλληπτα εύκολα. Ο Οδυσσέας εισέπραξε επι απροσδιόριστο χρονικό διάστημα- που όμως, πρέπει να ήταν αρκετά μεγάλο,  έστω και η μονάδα μέτρησης του χρόνου της εποχής δεν ήταν ίδια με την σημερινή- την γεύση του ίδιου του του φαρμάκου: πάλευε να επιστρέψει σε μιαν Ιθάκη που ο ίδιος είχε παρατήσει και όλο έβρισκε εμπόδια στον δρόμο του. Καταστάσεις που έκαναν την επιστροφή να του διαφεύγει σαν χέλι, ελισσόμενη όπως ελίχθηκε εκείνος μια ζωή. Και επειδή η συμμετοχή του στην καταστροφή της Τροίας υπήρξε κομβικής σημασίας, έμελε να ζήσει και κάτι ακόμα: τους μνηστήρες (προερχόμενους από συμμάχους του στον Πόλεμο της Τροίας) να τριγυρνούν σαν πεινασμένα σκυλιά το παλάτι και την γυναίκα του, όπως ακριβώς έκαμε και ο ίδιος μαζί με τους πατεράδες τους στην Τροία. Εκπληκτικό…. Πραγματικά εκπληκτική σύλληψη της έννοιας της τιμωρίας. 


Και οι τρεις πρωταγωνιστές του στρατοπέδου των Αχαιών, είχαν αχίλλειο πτέρνα. Ο Αγαμέμνονας, την αγάπη του προς τα υλικά αγαθά, τις κατακτήσεις, την κυριαρχία. Ποτέ δεν σταματούσε, ποτέ δεν ικανοποιούνταν. Ήθελε κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Έπρεπε να είναι ή έστω, να επιβάλλεται ως ο καλύτερος. Ήθελε την μερίδα του Λέοντος σε πλιάτσικο και φήμη. Η Αχίλλειος πτέρνα του Αχιλλέα υπήρξε η ύβρις που διέπραξε. Ο Πάτροκλος δεν φονεύθηκε εξ αιτίας του Έκτορα. Ο φονιάς του υπήρξε ο ίδιος ο Αχιλλέας, που πείσμωσε και αρνήθηκε να πολεμήσει. Όσο εκείνος καθόταν πεισματικά στην σκηνή του, αντιδρώντας σαν απατημένη ερωμένη, ο Πάτροκλος πήρε την πανοπλία του, την φόρεσε και οδήγησε τους Μυρμιδόνες στην μάχη. Εκείνοι, πιστεύοντας ότι τους οδηγούσε ο Αχιλλέας, όρμησαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο Πάτροκλος όμως, δεν ήταν ο Αχιλλέας. Ο Έκτορας δεν το γνώριζε αυτό, όταν σκότωνε τον Πάτροκλο. Πίστευε ότι σκότωνε τον Αχιλλέα. Τραγωδία αντάξια των μεγαλύτερων του είδους. Ο Αχιλλέας εξοργίστηκε με τον Έκτορα, αντί να εξοργιστεί με τον εαυτό του. Και τον φόνευσε. Έσυρε το πτώμα του σαν κομμάτι κρέας με το άρμα του, επιδεικνύοντας το λυσσαλέα σαν λάφυρο. Και μετά, το άφησε άταφο. Η ύβρις είχε διαπραχθεί. Και επήλθε η Νέμεσις. Όπως επήλθε και στην περίπτωση του Οδυσσέα. Δικό του εφεύρημα υπήρξε ο Δούρειος Ίππος. Αν δεν είχε υπάρξει αυτός, η Τροία θα έστεκε ακόμη. Η πονηριά του έδωσε την Νίκη στους Αχαιούς και όχι η αξία τους στην μάχη. Και αυτό, το πλήρωσαν όλοι τελικά. Όσο για την Τροία, φέρει αυτούσιο το μερίδιο ευθύνης της. Αλώθηκε εκ των έσω, και πάλι από την αχίλλειο πτέρνα- των αμυνόμενων μέσα από τα τείχη της, αυτή τη φορά. Θεώρησαν πως οι Αχαιοί έφυγαν, παράτησαν την μάχη. Δεν φυλάχτηκαν. Δεν κράτησαν πισινή. Και το πλήρωσαν. Όπως θα το πληρώσει και η Ευρώπη σήμερα. 


Κοντολογίς, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, πραγματεύονται τις βασικές πανανθρώπινες έννοιες με τον πλέον γλαφυρό, όσο και απογοητευτικά ανθρώπινο τρόπο. Μέσα από τις μικρότητες, τις αψιμαχίες, τους εγωισμούς και τους φόβους, τον κομπασμό, την έπαρση και την τρέλα που φέρνει η θανάτωση του υποτιθέμενου εχθρού, φέγγει ισχυρό το πιο βαθύ σκοτάδι της ύπαρξης. Δεν έχει εποχή, δεν έχει ηλικία, δεν έχει εφαρμογή μόνο σε κάποια Τροία τρεις χιλιάδες χρόνια πριν. Υπάρχει πάντα και παντού. Αυτή είναι, για μένα, η μαγεία των δύο αυτών, κειμένων. Αποτελούν τον καθρέφτη του καθενός εξ ημών- και μάλιστα, έναν καθρέφτη που δεν ωραιοποιεί. Δείχνει κάθε ελάττωμα, κάθε ασχήμια. Και επίσης, δείχνει και τι πρέπει να θυμόμαστε, ώστε να πορευτούμε στην ζωή μας σαν άνθρωποι και όχι σαν θηρία. Τέσσερα βασικά στοιχεία. Τέσσερεις υπενθυμίσεις, νουθεσίες, προτροπές, που απαντώνται σε κάθε πολιτισμό. 


Πρώτον: Έγκλημα και τιμωρία. «Ουκ επιθυμήσεις τα αγαθά του πλησίον σου» γράφουν τα χριστιανικά κείμενα. Δεν κομίζουν γλαύκα, φυσικά- δανείστηκαν αυτή την αξία από άλλους, παλαιότερους πολιτισμούς που σαφώς υπήρξαν πιο πολιτισμένοι από τον χριστιανικό- ίσως και από αυτόν των επιτιθέμενων στην Τροία (μην ξεχνάμε την κατάρα των Ατρειδών, μέσα από φόνους, επιμειξίες, δολοπλοκίες και ανίερες συμμαχίες). Οι επιτιθέμενοι έκαμαν ακριβώς αυτό. Επιθύμησαν κάτι που δεν τους ανήκε. Προσπάθησαν λυσσαλέα να το υφαρπάξουν. Και το πλήρωσαν.


Δεύτερον: Η Αχίλλειος πτέρνα. Η αδυναμία του καθενός, γίνεται και το τρωτό του σημείο, είτε είναι ο φόβος, είτε η αλαζονεία και η έπαρση, είτε το μίσος και ο θυμός, η ζήλια, η απληστία, η μιζέρια.


Τρίτον: Ο Δούρειος Ίππος. Ο Δούρειος Ίππος είναι και Αχίλλειος πτέρνα ταυτόχρονα. Ο Τιτανικός, το αβύθιστο πλοίο, η ναυαρχίδα του εμπορικού ναυτικού, βυθίστηκε παρασέρνοντας μαζί του στον θάνατο χίλιους επτακόσιους ανθρώπους, από ένα μικρό ρήγμα στο κήτος του, προκληθέν από ένα φαινομενικά, αβλαβές παγόβουνο. Η Τροία έπεσε επειδή το ξύλινο άλογο δεν φάνταζε και τόσο φοβερό στο μάτι. Τα κάστρα πέφτουν εκ των έσω. Οι σχέσεις, το ίδιο. Ο Αδόλφος Χίτλερ θα πέσει με τον ίδιο τρόπο, μια μέρα: το τρωτό του σημείο, η Αχίλλειος πτέρνα του και Δούρειος Ίππος του μαζί, θα είναι ο ίδιος του ο εαυτός. 


Τέταρτον: η ύβρις. Οι αρχαίοι έλληνες πίστευαν ότι η διάπραξη ύβρεως επιφέρει την «άτην», δηλαδή το θόλωμα, την τύφλωση του νου. Αυτή, με την σειρά της, επιφέρει την διάπραξη ακόμα περισσότερων ύβρεων, με αποκορύφωμα την βαρύτερη όλων, που επιφέρει την Νέμεση, την οργή των θεών δηλαδή –εγώ θα την έλεγα δίκαιη απόδοση ευθυνών- ή αλλιώς ό,τι δίνεις, παίρνεις. Τίσις. Τιμωρία, συντριβή, καταστροφή του υβριστή. Δικαιοσύνη. Όχι ανθρώπινη- αυτή και ποδηγετείται και ελλιπής είναι, όσο και άδικη, αφού άνθρωποι την αποδίδουν. Η δικαιοσύνη του τετράπτυχου αυτού των αρχαίων ελλήνων, επέρχεται με μέσα πέραν των δυνάμεων μας. Και είναι πραγματικά ακριβοδίκαιη, όσο και σκληρή, γιατί δεν έχει αισθήματα, ούτε επηρεάζεται υπέρ ή κατά του θύτη ή του θύματος. Κάθε θύτης είναι και θύμα. Κάθε θύμα είναι και θύτης. Κάθε πράξη ή απραξία επιφέρει συνέπειες, στο άτομο και το σύνολο. Και η Ευρώπη θα πληρώσει την καθυστέρηση της να αντιληφθεί ότι έθρεφε στην μήτρα της το πιο επικίνδυνο αυγό του φιδιού. Η πείνα και η ανέχεια του Γερμανικού Λαού, που βγήκε από τον Μεγάλο Πόλεμο του 1914-’18 ντροπιαστικά ηττημένος, μετατράπηκε εν μία νυκτί σε δολοφονική παραφορά. Οι Ευρωπαίοι Σύμμαχοι κοίταξαν τον Δούρειο Ίππο απέναντι τους και σκέφτηκαν: μπα, αποκλείεται να προχωρήσει τόσο πολύ, αυτός ο τρελός. 


Και επειδή δεν μαθαίνουμε, η φύση γελά μαζί μας και όχι εμείς σε βάρος της. Θα κλείσω με μια αναφορά στην συνάντηση του Ομήρου, με κάποιους ψαράδες, όταν, τυφλός πια, στα γεράματα του, κάθεται σε μια αμμουδιά στην Ίο, το κυκλαδίτικο νησί. 


-Ει, ψαράδες από την Αρκαδία, πιάσαμε τίποτα? τους ρωτά. 


Και κείνοι, γελώντας μαζί του περιπαικτικά, του απαντούν: 


-Όλα όσα πιάσαμε, τα αφήσαμε πίσω. Και όλα όσα μας ξέφυγαν, τα κουβαλάμε. 


Υποτίθεται ότι ο Όμηρος στενοχωριέται με το πείραγμα τους. Ότι βάζει και τον εαυτό του σε κείνο το «πιάσαμε» που τους ρωτά, για να νιώσει λίγο και ο ίδιος ότι ψάρεψε ότι κάτι έκαμε πέρα από το να κάθεται, τυφλός και ανήμπορος στην άκρη. Εγώ πάλι, θαρρώ πως ο ίδιος κυκλοφόρησε αυτήν την μικρή ιστορία. Επίτηδες χρησιμοποίησε πληθυντικό, επίτηδες τους ονόμασε Αρκάδες (τι λόγο είχε, αφού ήταν ψαράδες της Ίου?). Αυτή η στιχομυθία, του ανήκει ολοκληρωτικά. Είναι η επιτομή του έργου του. Το απαύγασμα της ατελούς ανθρώπινης φύσης. Ο Ερμής ο Τρισμέγιστος καμάρωνε που ο άνθρωπος διαφέρει από τα ζώα γιατί του δόθηκε η νόηση, μα έσφαλε και αυτός. Το αποδεικνύουν οι πρωταγωνιστές των έργων του Ομήρου. Το αποδεικνύει  η ανθρωπότητα καθημερινά. Το αποδεικνύει ετούτος ο πόλεμος, μόλις είκοσι χρόνια μετά τον προηγούμενο. Τίποτα δεν κατορθώσαμε να μάθουμε από όσα βιώσαμε, άρα τα όσα βιώσαμε τα αφήσαμε πίσω μας.  Δεν τα κάναμε κτήμα μας. Δεν στραγγίξαμε την γνώση από τις εμπειρίες μας. Και επειδή δεν κατορθώσαμε να μάθουμε, κουβαλούμε μέσα μας σαν σκιές, τα όσα μας ξέφυγαν και τα ξαναζούμε, σε μια αέναη επανάληψη, όλο και πιο σκληρά.  


Είθε να μάθουν οι επόμενες γενεές από τα παθήματα τους, μα είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί ποτέ. Ήδη, ζούμε έναν δεύτερο πανευρωπαϊκό πόλεμο. Πάλι οι Ούνοι- με τον Χίτλερ, αυτή τη φορά. Να μου το θυμηθείς: το αιματοκύλισμα ετούτο, θα είναι ακόμη χειρότερο, πιο σκληρό από το προηγούμενο. Και δεν θα σταματήσει εκεί το κακό. Νέοι βάρβαροι θα εμφανιστούν και θα επιθυμήσουν όσα δεν τους ανήκουν, ξανά και ξανά. Και θα τα πάρουν. Θα τα πάρουν, επειδή οι άνθρωποι δεν μαθαίνουν από το παρελθόν, με αποτέλεσμα να το κουβαλούν μαζί τους αυτούσιο στο μέλλον, αναβιώνοντας ξανά και ξανά την καταστροφή της Τροίας.  


Σε φιλώ, αγαπημένε μου φίλε. Μου λείπεις πολύ. Θα σε δω στην Νέκυια, υποθέτω. 


Ειλικρινά δικός σου


Άλασταιρ Φήερμπορν








Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΟΤΑ

ΙΣΧΕΟ
"Η εντολή της Αθηνάς στον Οδυσσέα οταν παραιτείται από τον αγὠνα του, κουρασμένος και απογοητευμένος αποφασίζει να τελειώσει τη ζωή του κάτω απ'το νερό... Ορθιος.... ανάπνευσε.... προχώρησε!
Να σας πω, γιατί Ισχεο
Ο καλύτερος φίλος μου και πολυ πολύ “Ελληνας”, ο Ιταλός Cesare Barro μιά μερα πού συζητούσαμε μου είπε ότι ήθελε να κάνουμε μιά δουλειά ...που να είναι “Ελλάδα”..
Ο Cesare είναι καλλιτέχνης..έχει δηλαδή καταπληκτικά χέρια...
(καμμία σχεση με μένα...άχρηστη επιεικώς)
Τότε, πριν τρία χρόνια, η υποφαινόμενη άτομο διαταραγμένο, με ειδικές ανάγκες και εμμονές πνευματικές, (κάθε φορά κολλάω σε κάτι μπορεί για χρόνια) ήμουν γατζωμένη στον Ομηρο...
Οταν σου λεω όμως εμμονές, ενοώ ότι διάβαζα Οδύσσεια και έκλαιγα..
Η στιγμἠ λοιπόν του Ισχεο μου κράτησε βδομάδες...
Ειχε γίνει το μαρτύριο γνωστών και φίλων...
Από κει ξεκίνησε η Ειμαρμένη που ήταν ο τίτλος μιας έκθεσης με υλικά...
Ειμαρμένη, Ανθρωπος, Ελληνική Γλώσσα...
Το Ισχεο..που λέγεται από την Αθηνά στον προστατευόμενο της, ξεπηδάει από το σκοτάδι και τη σιωπή που βιώνει σαν Κανένας....
Γιά μένα είναι όλη η ουσία του προσωπικού ταξειδιού του καθένα μας..
Είναι η φωνή που σε βγάζει στον αφρό...
Δε βρίσκω πραγματικά ότι υπάρχει καταλληλότερη στιγμή από αυτή για να το ψυθιρίσουμε ό ένας στον άλλο...
Εμείς είμαστε κατευθείαν παιδιά του Οδυσσέα ...
Aν απο ανάγκη γίνουμε ο “Κανένας”...είναι απλά στιγμιαίο
Ισχεο...
Στά οράματα μας... στα όνειρά μας...στους εαυτούς μας...στις καρδιές μας.... στα παιδιά μας.... στις ζωές μας...στην αξιοπρέπεια μας...στη Χώρα μας"

 ______________________________________________________________
Πρωτοείδα αυτό το κείμενο κάπου το 2011. Εποχές πάλαι ποτέ Αγανακτισμένων. Η φίλη που το είχε ανεβάσει στο διαδίκτυο, το είχε κλέψει , αλλά δεν ανέφερε απο που και εγώ δεν ήξερα καν ότι δεν ειναι δικό της. Μου έκανε πολύ. Χώθηκε κατευθείαν στην ψυχή μου. Το θαύμασα. Με συγκλόνισε. Το πήρα και γω με την σειρά μου και το ανέβασα σε μία .. αγανακτισμένη σελίδα που διαχειριζόμουν τότε, μαζι με την ... κλέφτρα, σίγουρη ότι θα χαρεί κιόλας και ενώ αναρωτιόμουν γιατι στον δαίμονα δεν το είχε ανεβάσει η ίδια στην σελίδα. 
Μέσα σε δυο λεπτά, είχε σκάσει μήνυμα απο την Νότα. Άγνωστη. Απο το πουθενα.

-Δεν κατάλαβα! Απο που και ως που ανεβάζεις κάτι δικό μου, χωρίς να αναφέρεις την πηγή? Δε είμαστε καλά, με τον κάθε βλαμμένο δηλαδή.

Έτσι, με τσαντίλα, χωρίς περιττές ευγένειες και εισαγωγές. Αυτή ήταν η πρώτη "γνωριμία" μας. Κρατάει απο τότε. Τα κείμενα της, είτε τα γούσταρα είτε όχι, ήταν δυνατά. Καθηλωτικά. Σαρκαστικά. Γραμμένα με ένα ιδιαίτερο ύφος ολόδικο της, που δεν θα μπορούσα να μπερδέψω ποτέ πια με κάποιου άλλου. Η ενέργεια της περνούσε μέσα απο την οθόνη και με άγγιζε. Κάθε φορά, άκουγα μέσα μου την εσωτερική φωνή της, όταν διάβαζα κάτι δικό της- έγραφε πάντα σαν να μιλούσε στον εαυτό της. Φίλες δεν γίναμε ποτέ, θαρρώ όμως, πως εκτιμούσαμε η μια την άλλη. Δεν προλάβαμε άλλωστε- εκείνη ζουσε στο εξωτερικό τον περισσότερο καιρό και γω στον εσωτερικό μου κόσμο, ως συνήθως. Έπειτα, ξέρεις πως είναι: νομίζεις πως πάντα υπάρχει χρόνος, πως πάντα θα υπαρχουν οι άνθρωποι στην ζωή σου. 
Πριν δυο μέρες, ρώτησα τον Γρηγόρη "Η Νότα, που χάθηκε?". Ειχα καιρό να διαβάσω κάτι δικό της. Δεν δώσαμε σημασία- είχαμε άλλα ζόρια να παλέψουμε αυτές τις μέρες.Εγω πιο πολύ. Έπιασα πάτο. Αρρώστια όμως, όχι πλακίτσες. Σήμερα, μετά απο ένα άυπνο βράδυ μαρτυρίου και κάμποσες προσωπικές φρίκες και αποκαλύψεις που ακολούθησαν, αισθάνθηκα ότι έκαμα το σωστό. Και ένιωσα περήφανη για τον εαυτό μου. Δυνατή. Γενναία. Και ας πόνεσε. 

Εκεί που το δούλευα, έμαθα ότι η Νότα έφυγε. Πέθανε, σήμερα το πρωί. . Έτσι, μπαμ και κάτω. Ήταν πολύ άρρωστη, λέει. Γι αυτό σταμάτησε να γράφει. 

Οι φρίκες μου, μετά απο αυτό, δεν πιάναν μία. Χάθηκαν. Τις πήρε ο εκκωφαντικός ήχος της σιωπής που ακολουθεί έναν θάνατο χαρισματικού ανθρώπου που άγγιξε την ζωή σου, τόσο όσο. 

Το κείμενο στην αρχή του παρόντος, είναι το  "κλεμμένο" απο την Νότα. Εϊναι η πνευματική της ιδιοκτησία. Στην φάση που το διάβασα, τότε πριν χρόνια, με άρπαξε και με κράτησε γερά. Με το που έμαθα τα νέα του θανάτου της, μια λέξη άκουσα και μόνο: Ίσχεο. Έψαξα να το βρω. Το θυμήθηκα, μετά απο τόσα χρόνια. Και θυμηθηκα. Και κατάλαβα. Και είδα. Θαρρώ πως σήμερα το ξημέρωμα, την στιγμή ακριβώς που είχα πιάσει πάτο μέσα μου, ξεχύθηκε απο το σκοτάδι και με ξανα-άρπαξε. Σαν να ήρθε η Νότα, φεύγοντας και μου θύμισε τις ελάχιστες προσωπικές συζητησεις μας. Σαν να στάθηκε απο πάνω μου, εκεί που πάλευα μόνη και μου φώναξε:
 Ορθια!.... ανάπνευσε.... προχώρησε! 
Όπως ακριβώς η Αθηνά στον Οδυσσέα. 

Έφυγε σήμερα το πρωί. ίσως και την ώρα ακριβώς που αποφάσιζα να το πάρω αλλιώς, σε μια απρόσμενη μεταστροφή διάθεσης και δυνάμεων. Ίσως πραγματικά να ήρθε και να με τράβηξε στην επιφάνεια.
Καλό ταξίδι, κορίτσι μου. 

Είθε να ξαναβρεθούμε την επόμενη φορά. Και επειδή σου αξίζει αποχαιρετισμός πολεμιστή και όχι κλάψες, έψαξα και βρήκα το κείμενο σου. 

Για να το διαβάζουν όσοι μάχονται και να μην το βάζουν κάτω. Για να σε θυμούνται.

Σε φιλώ. 


Υ.Γ. 

Η πρώτη κλέφτρα του κειμένου της Νότας, ήταν η Ντιάνα. Μαχήτρια. Πολεμίστρια της ζωής και αυτή. Άρτεμις. Τυχαίο θα είναι που λείπει και κείνη πια, με έναν παρόμοιο τρόπο. 'Ετσι, ξαφνικά.