Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΟΤΑ

ΙΣΧΕΟ
"Η εντολή της Αθηνάς στον Οδυσσέα οταν παραιτείται από τον αγὠνα του, κουρασμένος και απογοητευμένος αποφασίζει να τελειώσει τη ζωή του κάτω απ'το νερό... Ορθιος.... ανάπνευσε.... προχώρησε!
Να σας πω, γιατί Ισχεο
Ο καλύτερος φίλος μου και πολυ πολύ “Ελληνας”, ο Ιταλός Cesare Barro μιά μερα πού συζητούσαμε μου είπε ότι ήθελε να κάνουμε μιά δουλειά ...που να είναι “Ελλάδα”..
Ο Cesare είναι καλλιτέχνης..έχει δηλαδή καταπληκτικά χέρια...
(καμμία σχεση με μένα...άχρηστη επιεικώς)
Τότε, πριν τρία χρόνια, η υποφαινόμενη άτομο διαταραγμένο, με ειδικές ανάγκες και εμμονές πνευματικές, (κάθε φορά κολλάω σε κάτι μπορεί για χρόνια) ήμουν γατζωμένη στον Ομηρο...
Οταν σου λεω όμως εμμονές, ενοώ ότι διάβαζα Οδύσσεια και έκλαιγα..
Η στιγμἠ λοιπόν του Ισχεο μου κράτησε βδομάδες...
Ειχε γίνει το μαρτύριο γνωστών και φίλων...
Από κει ξεκίνησε η Ειμαρμένη που ήταν ο τίτλος μιας έκθεσης με υλικά...
Ειμαρμένη, Ανθρωπος, Ελληνική Γλώσσα...
Το Ισχεο..που λέγεται από την Αθηνά στον προστατευόμενο της, ξεπηδάει από το σκοτάδι και τη σιωπή που βιώνει σαν Κανένας....
Γιά μένα είναι όλη η ουσία του προσωπικού ταξειδιού του καθένα μας..
Είναι η φωνή που σε βγάζει στον αφρό...
Δε βρίσκω πραγματικά ότι υπάρχει καταλληλότερη στιγμή από αυτή για να το ψυθιρίσουμε ό ένας στον άλλο...
Εμείς είμαστε κατευθείαν παιδιά του Οδυσσέα ...
Aν απο ανάγκη γίνουμε ο “Κανένας”...είναι απλά στιγμιαίο
Ισχεο...
Στά οράματα μας... στα όνειρά μας...στους εαυτούς μας...στις καρδιές μας.... στα παιδιά μας.... στις ζωές μας...στην αξιοπρέπεια μας...στη Χώρα μας"

 ______________________________________________________________
Πρωτοείδα αυτό το κείμενο κάπου το 2011. Εποχές πάλαι ποτέ Αγανακτισμένων. Η φίλη που το είχε ανεβάσει στο διαδίκτυο, το είχε κλέψει , αλλά δεν ανέφερε απο που και εγώ δεν ήξερα καν ότι δεν ειναι δικό της. Μου έκανε πολύ. Χώθηκε κατευθείαν στην ψυχή μου. Το θαύμασα. Με συγκλόνισε. Το πήρα και γω με την σειρά μου και το ανέβασα σε μία .. αγανακτισμένη σελίδα που διαχειριζόμουν τότε, μαζι με την ... κλέφτρα, σίγουρη ότι θα χαρεί κιόλας και ενώ αναρωτιόμουν γιατι στον δαίμονα δεν το είχε ανεβάσει η ίδια στην σελίδα. 
Μέσα σε δυο λεπτά, είχε σκάσει μήνυμα απο την Νότα. Άγνωστη. Απο το πουθενα.

-Δεν κατάλαβα! Απο που και ως που ανεβάζεις κάτι δικό μου, χωρίς να αναφέρεις την πηγή? Δε είμαστε καλά, με τον κάθε βλαμμένο δηλαδή.

Έτσι, με τσαντίλα, χωρίς περιττές ευγένειες και εισαγωγές. Αυτή ήταν η πρώτη "γνωριμία" μας. Κρατάει απο τότε. Τα κείμενα της, είτε τα γούσταρα είτε όχι, ήταν δυνατά. Καθηλωτικά. Σαρκαστικά. Γραμμένα με ένα ιδιαίτερο ύφος ολόδικο της, που δεν θα μπορούσα να μπερδέψω ποτέ πια με κάποιου άλλου. Η ενέργεια της περνούσε μέσα απο την οθόνη και με άγγιζε. Κάθε φορά, άκουγα μέσα μου την εσωτερική φωνή της, όταν διάβαζα κάτι δικό της- έγραφε πάντα σαν να μιλούσε στον εαυτό της. Φίλες δεν γίναμε ποτέ, θαρρώ όμως, πως εκτιμούσαμε η μια την άλλη. Δεν προλάβαμε άλλωστε- εκείνη ζουσε στο εξωτερικό τον περισσότερο καιρό και γω στον εσωτερικό μου κόσμο, ως συνήθως. Έπειτα, ξέρεις πως είναι: νομίζεις πως πάντα υπάρχει χρόνος, πως πάντα θα υπαρχουν οι άνθρωποι στην ζωή σου. 
Πριν δυο μέρες, ρώτησα τον Γρηγόρη "Η Νότα, που χάθηκε?". Ειχα καιρό να διαβάσω κάτι δικό της. Δεν δώσαμε σημασία- είχαμε άλλα ζόρια να παλέψουμε αυτές τις μέρες.Εγω πιο πολύ. Έπιασα πάτο. Αρρώστια όμως, όχι πλακίτσες. Σήμερα, μετά απο ένα άυπνο βράδυ μαρτυρίου και κάμποσες προσωπικές φρίκες και αποκαλύψεις που ακολούθησαν, αισθάνθηκα ότι έκαμα το σωστό. Και ένιωσα περήφανη για τον εαυτό μου. Δυνατή. Γενναία. Και ας πόνεσε. 

Εκεί που το δούλευα, έμαθα ότι η Νότα έφυγε. Πέθανε, σήμερα το πρωί. . Έτσι, μπαμ και κάτω. Ήταν πολύ άρρωστη, λέει. Γι αυτό σταμάτησε να γράφει. 

Οι φρίκες μου, μετά απο αυτό, δεν πιάναν μία. Χάθηκαν. Τις πήρε ο εκκωφαντικός ήχος της σιωπής που ακολουθεί έναν θάνατο χαρισματικού ανθρώπου που άγγιξε την ζωή σου, τόσο όσο. 

Το κείμενο στην αρχή του παρόντος, είναι το  "κλεμμένο" απο την Νότα. Εϊναι η πνευματική της ιδιοκτησία. Στην φάση που το διάβασα, τότε πριν χρόνια, με άρπαξε και με κράτησε γερά. Με το που έμαθα τα νέα του θανάτου της, μια λέξη άκουσα και μόνο: Ίσχεο. Έψαξα να το βρω. Το θυμήθηκα, μετά απο τόσα χρόνια. Και θυμηθηκα. Και κατάλαβα. Και είδα. Θαρρώ πως σήμερα το ξημέρωμα, την στιγμή ακριβώς που είχα πιάσει πάτο μέσα μου, ξεχύθηκε απο το σκοτάδι και με ξανα-άρπαξε. Σαν να ήρθε η Νότα, φεύγοντας και μου θύμισε τις ελάχιστες προσωπικές συζητησεις μας. Σαν να στάθηκε απο πάνω μου, εκεί που πάλευα μόνη και μου φώναξε:
 Ορθια!.... ανάπνευσε.... προχώρησε! 
Όπως ακριβώς η Αθηνά στον Οδυσσέα. 

Έφυγε σήμερα το πρωί. ίσως και την ώρα ακριβώς που αποφάσιζα να το πάρω αλλιώς, σε μια απρόσμενη μεταστροφή διάθεσης και δυνάμεων. Ίσως πραγματικά να ήρθε και να με τράβηξε στην επιφάνεια.
Καλό ταξίδι, κορίτσι μου. 

Είθε να ξαναβρεθούμε την επόμενη φορά. Και επειδή σου αξίζει αποχαιρετισμός πολεμιστή και όχι κλάψες, έψαξα και βρήκα το κείμενο σου. 

Για να το διαβάζουν όσοι μάχονται και να μην το βάζουν κάτω. Για να σε θυμούνται.

Σε φιλώ. 


Υ.Γ. 

Η πρώτη κλέφτρα του κειμένου της Νότας, ήταν η Ντιάνα. Μαχήτρια. Πολεμίστρια της ζωής και αυτή. Άρτεμις. Τυχαίο θα είναι που λείπει και κείνη πια, με έναν παρόμοιο τρόπο. 'Ετσι, ξαφνικά.

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ


"Τι κοινό μπορεί να έχουν  ο Πρύτανης μιας ομιχλώδους Ακαδημίας σε ένα μικρό νησί της βόρειας Σκωτίας, μία καθηγήτρια χωρίς ιδιαίτερα διαπιστευτήρια και δύο φοιτητές που δεν γνωρίζονταν καν μεταξύ τους πριν φτάσουν εκεί? Πέρα απο το προφανές,  της συνύπαρξης τους στην Ακαδημία του Ιερού Νου υπο τις ιδιότητες τους αυτές, τι είναι αυτο που τους ενώνει σαν αόρατα δεσμά, καταλήγοντας σε ένα ανατριχιαστικό κρεσέντο, στο οποίο εμπλέκεται ο Ιδρυτής της Ακαδημίας, ο Κήαλαχ Μακ Λέοντ "ο Σκοτεινός", η Έαμπα, η τραγική του σύζυγος που πνίγηκε στην θάλασσα πριν 140 χρόνια και ο Άλασταιρ Φήερμπορν, ο χαμένος τους γιος? 

Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται, ούτε καν τα όνειρα, η φαντασία, πόσο μάλλον, οι λέξεις.

Πόσο σίγουρος είσαι, αναγνώστη, ότι θέλεις να βουτήξεις στις σελίδες του? Σκέψου το καλά, πριν απαντήσεις, γιατί φτάνοντας στην τελευταία, μπορεί να έχεις καταλήξει να αμφιβάλλεις για το κάθε τι που σκέφτεσαι, νιώθεις, θεωρείς δεδομένο"

      



-Δεν μπορώ να γράψω, είπα προχθές στον Ερμή, νιώθοντας μπερδεμένη, μπλοκαρισμένη, έξω απο τα νερά μου. Και αυτό, με κάνει να αισθάνομαι λειψή.

Το πρώτο μου βιβλίο ολοκληρώθηκε πριν κάτι βδομάδες, αφού πρώτα πέρασε απο σαράντα κύματα, με αποτέλεσμα να ξαναγραφτεί κάμποσες φορές πριν πάρει την τελική του μορφή που απέχει έτη φωτός (ή σκότους) απο το αρχικό πρόπλασμα του. Την λέξη ΤΕΛΟΣ, την είχα πληκτρολογήσει εδώ και κάτι μήνες βέβαια, αλλά τα τελευταία κεφάλαια είναι αλήθεια πως με δυσκόλεψαν πάρα, μα πάρα πολύ. Και ο Ερμής με δυσκόλεψε: έκανε εξακολουθητικά φύλο και φτερό την κάθε μου λέξη, φτάνοντας με σε σημείο να κλάψω απο απογοήτευση, νεύρα και απελπισία κάμποσες φορές. Άσε που πάω στοίχημα ότι και τώρα αν το ξαναπιάσει, θα έχουμε μια ακόμη επανάληψη του μαρτυρίου. Μεγάλη μαφία ο Ερμής- και απολύτως απαραίτητη η συμμετοχή του γιατί, παρά το βασανιστήριο στο οποίο με υποβάλει κάθε, μα κάθε φορά που ασχολείται με τα γραπτά μου, η δική του παρέμβαση είναι αυτή που έδωσε νέα πνοή στο κείμενο μου: το άρπαξε, το έγδαρε, το πλαγιοκόπησε, το διέλυσε στα εξ ων συνετέθη και με οδήγησε αλλού, όλο και πιο αλλού, μέχρι που άρχισα να αμφιβάλλω για τον εαυτό μου και τις ικανότητες μου. Ξανά και ξανά και ξανά, σε μια αέναη επανάλειψη που έμοιαζε να μην έχει τέλος και μου θύμιζε πολύ τον αετό να κατατρώγει τα σπλάχνα του Προμηθέα. Βασικά, ένιωθα σαν τον Προμηθέα του Μύθου αυτού....

Τουλάχιστον, προς το τέλος, μπόρεσα πια να απαντήσω στο ερώτημα που μου είχε θέσει απο τον πρώτο καιρό:

-Ωραία όλα αυτά που γράφεις, είχε παρατηρήσει σκωπτικά. Αλλά, αν σου ζητήσει κάποιος να του πεις με δυο λόγια τι πραγματεύεται το βιβλίο σου, ποια είναι η κεντρική ιδέα, αν σου ζητήσει ένας εκδότης να του δώσεις  μια περίληψη, τι θα του έλεγες?

Ομολογώ πως μέχρι πριν κανένα τρίμηνο, δεν είχα ιδέα- πράγμα που με εκνεύριζε όσο και  μου προκαλούσε απελπισία. Δεν είχα ιδέα τι γράφω, γιατί το γράφω. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι είχα ανάγκη να γράψω όσα κατέβαιναν μέσα στο κεφάλι μου. Τώρα πια, έχω και την περίληψη και την κεντρική ιδέα και όλα. Έχω επίσης και το πρώτο κεφάλαιο του δεύτερου βιβλίου, που αποτελεί συνέχεια του πρώτου. Οι εικόνες φώναζαν τόσο πολύ  που δεν μπόρεσα παρά να παλουκωθώ και να στήσω το κεφάλαιο αυτό. Εκεί ενθουσιάστηκα ξανά απο την αρχή: δεδομένου ότι δεν έχω ακόμη ιδέα αν γράφω για μένα και μόνο ή μια μέρα θα δημοσιευτεί το βιβλίο (σύμφωνα με μερικούς θα γίνει και διάσημο, θα γυριστεί ταινία και άλλα τέτοια πονηρά), μου έφτανε που μπορούσα να γράψω και πάλι, μετά απο εκείνο το ΤΕΛΟΣ που πληκτρολόγησα γεμάτη ανακούφιση  στην 456η σελίδα του πρώτου μου πονήματος- λέξη κλειδί που, ανεξαρτήτως των όποιων διορθωτικών κινήσεων απαιτηθούν, μέσα μου νιώθει οριστικό και αμετάκλητο γεγονός. Αλλά, όπως είπα, επήλθε το απόλυτο κενό μέσα μου, με την ολοκλήρωση του πρώτου κεφαλαίου του β' τόμου.

-Writer's block, μου είπε ο Ερμής χωρίς να ανησυχεί και ιδιαίτερα. Θα  επανέλθεις.

Προσπάθησα. Δεν βλέπω όμως τίποτα το οποίο να νιώθω ανάγκη να καταγράψω. Έχω αφήσει την Βίκτορυ στην Τζακάρτα να παλεύει με τα φαντάσματα της και τον Κρεγκ να την παρακολουθεί στενά. Μεταξύ μας, την Βίκτορυ δεν την πολυπάω (ο χαρακτήρας της έχει υπερβολικά πολλά προσωπικά βιωματικά στοιχεία για να μου είναι πραγματικά αρεστή και ειδικά προς το τέλος, με έσκισε η απόγνωση της), αλλά ερωτεύτηκα τον Μπρεζίνσκι στο πρώτο βιβλίο: μια εμπλουτισμένη βερσιόν των όσων  έβλεπαν τα μάτια μου σε κάποιον άνθρωπο πριν χρόνια, έδωσε το καλύτερο πρόπλασμα για αυτόν τον αινιγματικό τύπο που έχει όλα όσα πρέπει να έχει ένας ήρωας μυθιστορήματος για να προκαλέσει εγκεφαλικό stimulation. Τόσο όσο- ούτε δράμι παραπάνω, ώστε να αφήνει το περιθώριο για κάθε είδους ερμηνείες και παρερμηνείες στον αναγνώστη. Όπως ακριβώς και κάθε Μύθος που σέβεται την υπόσταση του, δηλαδή. Και αγάπησα τρομερά τον Ναθάνιελ Τζόουνς και την Ιστορία του. Όπως και την Χρυσάνθη, που η θύμιση της με πονάει πολύ: μου θυμίζει ίσως, όλα τα λάθη που έχω κάνει στην ζωή μου (και όσα πιθανόν θα κάνω ακόμα) και τα πλήρωσα ακριβά. Μαζί με μένα και άλλοι άνθρωποι.

Ο Κρεγκ, πάλι, στο πρώτο βιβλίο, είναι απλά μια σκιά: κρύβεται στις πτυχές των σελίδων του τεχνηέντως και δεν έχει υπόσταση για τον αναγνώστη- ή και για μένα την γράφουσα, πέρα απο κάποιες, ελάχιστες αναλαμπές που όμως δεν επαρκούν για να τον φτιάξει κανείς με λεπτομέρεια στο μυαλό του, όπως πραγματικά είναι. Και να που, στο πρώτο κεφάλαιο του δεύτερου βιβλίου, αποκτά υπόσταση συντριπτικά και τόσο ανυπόφορα ελκυστικά που ερωτεύτηκα τον χαρακτήρα του, ξανά απο την αρχή. Τον θέλω αυτόν τον άντρα, θέλω να τον ζήσω, να ρουφήξω την Ιστορία του μέχρι το μεδούλι! Και όμως, παρά τον ενθουσιασμό μου- και την ομολογουμένως έντονη διαφορετικότητα της γραφής μου (που αντιλήφθηκα απο τις πρώτες ήδη παραγράφους), κόλλησα. Δεν έχω ιδέα τι πρέπει να γράψω παρακάτω. Κενό, μέσα στο κεφάλι μου,  ακριβώς σαν αυτό που βίωσε η Βίκτορυ όταν ξαναμπήκε στην τάξη της, μετά απο κάμποσα οδυνηρά γεγονότα/θανάτους βιολογικούς, ηθικούς, γνωστικούς, πνευματικούς και δεν κατόρθωσε να αρθρώσει ούτε μια λέξη. Μπορώ να την καταλάβω, την πρωταγωνίστρια μου: μου είναι φρικτό να μην βυθίζομαι με τις ώρες στα κείμενα μου. Η συγγραφή μου δίνει ζωή και τώρα που δεν μου βγαίνει, νιώθω χαμένη, μόνη, εγκαταλειμμένη και θυμωμένη με τον εαυτό μου που αρνείται να ταξιδέψει ξανά. Κάπως έτσι το βίωσε και κείνη- έστω και αν δεν έχω κανέναν άλλο να κατηγορήσω για το μαρτύριο της, πέρα απο εμένα την ίδια, που την υπέβαλα σε όλες αυτές τις δοκιμασίες με την πένα μου.

Ο Ερμής, όταν του είπα εκείνο το "δεν μπορώ να γράψω" -και αφού μου ανέλυσε για χιλιοστή φορά τα περί writer's block (το έχει ζήσει πολλάκις αυτό μαζί μου και έχει εισπράξει και όλες μου τις φρίκες), μου θύμισε  το blog.

-Γιατί δεν γράφεις στο blog? μου πρότεινε.

-Στο blog? ρώτησα εγώ γεμάτη αμφιβολία, γιατί ομολογώ πως είχα ξεχάσει και την ύπαρξη του ακόμη. Έχω να γράψω έξι μήνες και βάλε.

-Ναι, στο blog, επέμεινε εκείνος. Γι αυτό το έχεις- για να συμπληρώνει τα κενά μεταξύ της συγγραφής.

Συνδέθηκα, ομολογουμένως διστακτικά και χωρίς ιδιαίτερη διάθεση, στο blog. Τελευταία δεν γουστάρω να εκτίθεμαι τόσο προσωπικά: συνήθισα να μιλώ μέσα από τους άλλους, τον Μπρεζίνσκι, τον Κρεγκ, την Βίκτορυ.  Τι σκατά να γράψω τώρα, στο blog? Χάζεψα αδιάφορα τα στατιστικά, βέβαιη πως το έχει ξεχάσει και ο αναγνώστης μαζί με μένα. Και όμως όχι: παρά την μακρόχρονη απουσία μου και την εξίσου μακρόχρονη απουσία αναρτήσεων, διαπίστωσα ότι εξακολουθούν να το διαβάζουν άνθρωποι απο όλο τον Κόσμο (ιδέα δεν έχω πως και γιατι): Ελλάδα, Τουρκία, Ρωσία, Γερμανία, Αργεντινή, Κύπρος, Γεωργία, Ηνωμένες Πολιτείες, Αυστρία. Οι ενδείξεις αυτές βέβαια, είναι απατηλές, μιας και θα μπορούσαν τα κλικαρίσματα να είναι τυχαία και χωρίς καμία ιδιαίτερη σημασία. Σκέπτομαι όμως το όνομα που έχω δώσει στο blog μου (Όλα είναι ταξίδι), πολύ πριν γράψω το βιβλίο μου και πολύ πριν φτάσω, στις τελευταίες του σελίδες, να καταλάβω και γω η ίδια πόσο αυτές οι τρείς λέξεις κυριολεκτούν.

Τίποτα τυχαίο.
Ειδικά αυτό, δεν γίνεται να είναι τυχαίο.

Και μετά, σκέφτομαι τον τύπο που μου έδωσε τον χαρακτήρα του Μπρεζίνσκι να μου λέει κάποτε, ως απάντηση στην ερώτηση μου "και πως διάβολο θα το δημοσιεύσω, το ρημαδοβιβλίο?": όταν θα είσαι έτοιμη, θα το ζητήσεις και θα σου δοθεί. 

'Εχω ένα σοβαρό θέμα με ατό το "ζήτα και θα σου δοθεί", το οποίο πραγματεύομαι με κάμποσους διαφορετικούς τρόπους  στο βιβλίο μου. Θεωρώ πως οι ευχές των ανθρώπων είναι εκ προοιμίου λειψές, αφού είναι αδύνατο να συνυπολογίσουν την κάθε παραμικρή παράμετρο, με αποτέλεσμα, αυτό που λαμβάνουν να είναι και η τιμωρία τους. Αλλά λέω να υποκύψω στον πειρασμό, για μια και μόνη φορά, επειδή ακριβώς μου έκανε κλικ τώρα δα, το όνομα που έδωσα κάποτε στο blog μου. ....  Ίσως να με έχει πειράξει η ζέστη, αλλά θαρρώ πως, αν γράψω εδώ, στο blog, ότι τελείωσα το πρώτο μου βιβλίο και ζητείται εκδότης που να ενδιαφερθεί αρκετά για να το εκδόσει, όπως ακριβώς το έχω στο μυαλό μου, θα γίνει αυτό. Δυσκολεύομαι πολύ να με δω να παίρνω παραμάζωμα ελληνικούς εκδοτικούς οίκους, με δεδομένη την φτώχεια που επικρατεί (παντιοτρόπως- και στο θέμα βιβλίου). Κάπου μέσα μου, είμαι σίγουρη ότι δεν θα γίνει έτσι, αυτό που επιθυμώ, αλλά εντελώς διαφορετικά, με τρόπο ασύλληπτο, για τον οποίο παίζει και να γράψω μια μέρα.

Ας το δοκιμάσω, λοιπόν:

Τελείωσα το πρώτο μου βιβλίο και ζητώ εκδότη να ενδιαφερθεί αρκετά - και να το εκδόσει, όπως ακριβώς το φαντάζομαι. Ο τίτλος του είναι "Οι εκλεκτοί" και μαλλον θα πρέπει κάποιος να είναι αρκετά βλαμμένος για να το αντιληφθεί και να το πιστέψει όσο εγώ. 



Γιατί, after all, δεν υπάρχει φαντασία και ναι, όλα είναι ταξίδι. 

Anybody interested? 


Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Συν-παράσταση στον Αχιλλέα.....





Σκεφτόμουνα τώρα δα ότι επιθυμούμε αυτό που δεν έχουμε, ανεξαρτήτως αν θα μας έκανε τελικά αυτό που δεν έχουμε, σε περίπτωση που το αποκτούσαμε. Και όσο επιθυμούμε αυτό που δεν έχουμε, τόσο δεν εκτιμούμε αυτό που έχουμε ήδη. Το οποίο είναι και η άλλη πλευρά του νομίσματος αυτου, άλλωστε: συνήθως δεν εκτιμάμε πραγματικά αυτό που έχουμε, μέχρι να το χάσουμε ή έστω, να νιώσουμε ότι το χάνουμε.

Βασικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης μάλλον, όλο αυτό..... Εγω έχω και ένα άλλο χούι: έτσι και μου κολλήσει κάτι στο μυαλό, αδυνατώ να το ξεκολλήσω απο εκεί μέσα αν δεν το αποκτήσω, έτσι ακριβώς όπως το φαντάστηκα. Και αν δεν το αποκτήσω τελικά, μένει μέσα στο κεφάλι μου και με βασανίζει για χρόνια, ακόμη και αν η λογική μου (αλλά και η πραγματικότητα) λέει ότι δεν ήταν ποτέ όπως το φαντάστηκα.

Γιατί, τι είναι ο άνθρωπος χωρις την φαντασία? Ενα τίποτα, μια μηχανή παραγωγής ενέργειας που απλά υπάρχει. Η φαντασία είναι που μας κάνει να ζούμε πραγματικά, οι επιθυμίες, τα θέλω, οι ανάγκες, η πείνα για κάτι καινούριο, διαφορετικό, φρέσκο και δυνατό. Θα είχε ενδιαφέρον, έστω για λίγο, να μπορούσα να μπω στο μυαλό ενός ζώου, ενός σκύλου, μιας γάτας, ενός λιονταριού, ενός δελφινιού (που λέγεται ότι χρησιμοποιεί μεγαλύτερο ποσοστό του εγκεφάλου του απο τον άνθρωπο), ώστε να διαπιστώσω πως σκέφτονται και λειτουργούν. 'Αραγε, υπάρχει σκέψη? Λογική? Ή μόνο ένστικτο? Παθαίνουν τα ζώα κατάθλιψη? Στενοχωριούνται όπως εμείς? Απολαμβάνουν πιο ουσιαστικά απο εμας? Τα βασανίζει το μυαλό τους άραγε? Ή ο τρόπος που λειτουργουν είναι πιο απλοϊκός και μονολιθικός, απαλλαγμένος απο όλα τα βαρίδια που κουβαλάει ο άνθρωπος? Τα βαρίδια, αλλά και την φαντασία, που έλεγα πιο πάνω.
Και την "ενήλικη" λογική, που τελικά, το μόνο που καταφέρνει είναι να μπερδεύει τις ζωές μας ασφυκτικά. 

Όσο το σκέφτομαι, πιστεύω ότι το μυαλό των παιδιών είναι πολύ πιο εξελιγμένο απο το δικό μας, των "ενηλίκων", ακριβώς επειδή οι διεργασίες του είναι πιο απλές. Και θυμήθηκα προχθες, στο σπίτι μιας φίλης, που η οκτάχρονη κόρη της έγραφε απαντήσεις σε μια εργασία του σχολείου. Καθόμασταν στο σαλόνι, τρεις ενήλικες και η μικρή, οι "μεγάλοι" συζητούσαμε διάφορα και η μικρή πάλευε να τελειώσει τα μαθήματα της, στήνωντας ταυτόχρονα αυτί στα όσα λέγαμε που θα πρέπει να της ακούγονταν τρομερά βαρετά και άγνωστα, κάπως σαν αλαμπουρνέζικα (εδω εμεις και είχαμε φρικάρει, όχι το παιδι...). Τέλος πάντων, εκείνη την ώρα, ασχολιότανε με ένα ερωτηματολόγιο, απ ότι κατάλαβα και όπου δεν καταλάβαινε κάτι ή δεν ήταν σίγουρη, ρώταγε την μάνα της (ενώ ταυτόχρονα τριβόταν πάνω της για κανα φιλάκι, ευκαιρίας δοθείσης). Το ερώτημα που προκάλεσε το όλο θέμα που πραγματεύομαι ακολούθως, ήταν "τι θα έλεγες στον Αχιλλέα που έχασε τον καλό του φίλο του τον Πάτροκλο?" (ή κάπως έτσι, τέλος πάντων, ζητώντας της να γράψει ένα "γράμμα συμπαράστασης"). Και η μικρή έγραψε ξερά, κάτι τύπου, "θα κάνεις άλλους φίλους". Η μάνα της εκείνη την ώρα έφριξε και έκανε ολόκληρο θέμα, ότι δεν είναι δυνατόν παιδάκι μου, να λες κάτι τέτοιο σε κάποιον που έχασε τον καλύτερο του φίλο! Και οι άλλοι δύο ενήλικες την βρήκαμε λογικη την φρίκη της και την υποστηρίξαμε σε αυτό.

Στο αυτοκίνητο αργότερα όμως, τριγυρνούσε στο μυαλό μου το θέμα- και ξαφνικά, είδα την απάντηση της μικρής με άλλα μάτια (έτσι τα παθαίνω εγω αυτά, ξαφνικά). Μα είχε απόλυτο δίκιο η μικρή και έγραψε την γυμνή αλήθεια, απαλλαγμένη απο τα λούστρα και τις ωραιοποιήσεις των ενηλίκων. Ενας ενήλικας δεν θα ξεστόμιζε ποτέ κάτι τέτοιο σε κάποιον που μόλις έχασε ένα φίλο, όχι γιατι δεν θα ήταν η αλήθεια (σκέψου το λίγο: στο τέλος αυτό θα συνέβαινε ούτως ή άλλως, θα εύρισκε νέους φίλους, είτε μας βολεύει η σκέψη είτε όχι), αλλά γιατι μαλλον, αρνούμαστε να δούμε την αλήθεια, το end result και χανόμαστε στις ενδιάμεσες διαδρομές, έστω και αν όλες καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Εξέφρασα την σκέψη μου στους άλλους δύο (την μάνα της μικρής και τον άλλο φίλο μας, που και αυτός έχει παιδιά) και καταλήξαμε, μέσα απο μια μεγάλη συζήτηση, να θαυμάσουμε (όσο και να φοβηθούμε ίσως) τον παιδικό τρόπο σκέψης, τον τόσο απλοϊκό και απογυμνωμένο απο τα μεγαλεία των μεγάλων που μόνο μεγαλεία δεν είναι τελικά. Εμείς οι "μεγάλοι", ως συμπαράσταση θεωρούμε τα "αχ ήταν τόσο καλός, αχ δεν θα τον ξεχάσουμε ποτέ και ναι, πόσο σε καταλαβαίνω που πονάς" κλπ., δηλαδή το μοιρολόι. Κοίτα τώρα, που το οκτάχρονο έφτασε στο ρεζουμέ της ιστορίας κατευθείαν: ωραία όλα αυτά, αλλά άχρηστα τελικά, γιατι, ρε μεγάλε, θα βρεις άλλο φίλο και αυτό απο μόνο του, είναι η μεγαλύτερη παρηγοριά. (Βέβαια, εμείς οι ενήλικες, μπήκαμε πράγματι αυτόματα στο τρυπάκι της συν-παράστασης, ενώ η μικρή δεν έχει ιδέα ακόμα πως είναι να δίνεις παράσταση μαζί με άλλους, ακολουθώντας τις προσταγές και τα πρέπει του κόσμου των "μεγάλων").

Όσες φορές στην ενήλικη ζωή μου κατόρθωσα να σκεφτώ, να νιώσω και να λειτουργήσω σαν παιδι, μόνο κερδισμένη βγήκα, ενώ κάθε που αφήνομαι να νιώσω "μεγάλη", γερνάω κάποιες χιλιάδες έτη φωτός με το καλημέρα. Ίσως γιατι τα παιδια μπορούν και χρησιμοποιούν την φαντασία τους πολυ πιο θετικά απο ότι οι ενήλικες και δεν τους γίνεται αυτή τροχοπέδη. Ή ίσως γιατι οι ενήλικες, πέραν της φαντασίας (που πιθανά στην ενήλικη μορφή της να είναι πολύ πιο ανεπτυγμένη), κουβαλούν μέσα τους και την μπερδεψούρα της λογικής. Αλλά ποιας λογικής? Αυτής που λέει ότι το "θα βρεις καινουριους φίλους", είναι παράλογο, σκληρό και παντελώς αταίριαστο ως λόγια συμπαράστασης? Μα ακριβώς αυτή η φράση, συνοψίζει μέσα στις τέσσερεις λέξεις της την ίδια την ζωή.

Τελικά, κολλάμε στις λεπτομέρειες και χάνουμε την ουσία. Ισως τα ζώα, όπως και τα μικρά παιδια, αυτην ακριβώς την ουσία να νιώθουν πιο έντονα και γι αυτό ο κόσμος τους είναι πιο φωτεινός, απλός και ήσυχος. Ισως να επικεντρώνουν στα θετικά ενώ οι μεγάλοι στα αρνητικά. Ή στην ομορφιά της στιγμής, ενώ οι μεγάλοι στην υποθετικη ομορφιά της μελλοντικης στιγμής και στα ψεγάδια της παρουσας στιγμής.

Δεν ξέρω.
Εγω, σκέψεις κάνω.

Υ.Γ. 1
Ασχετο, αλλά ο Αχιλλέας σκότωσε τον Έκτορα για να εκδικηθεί τον χαμό του Πατρόκλου. Εντελώς "μεγαλίστικη" αντίδραση, δεν βρίσκεις? Μας φταίνε πάντα οι άλλοι και ποτέ εμείς. Ο Πάτροκλος υποδύθηκε τον Αχιλλέα, φορώντας την πανοπλία του, επειδη ακριβώς ο Αχιλλέας δεν εννοούσε να βγει απο την μίρλα του και να κάνει αυτό που είχε πάει εκει να κανει και ο Εκτορας σκότωσε στην μάχη τον Πάτροκλο, νομίζοντας πως είναι ο Αχιλλέας. Στην τελική, τον σκότωσε στην μάχη- γι αυτό είναι οι μάχες, ρε γαμώτο! Τι έπρεπε να κάνει? Να του στείλει φιλάκια? Και θαρρώ πως ο Αχιλλέας διέπραξε διπλό ατόπημα: πρώτον, επειδή δεν ανέλαβε την ευθύνη της απραξίας του (αν δεν είχε μουλαρώσει, δεν θα έτρεχε ο Πάτροκλος να μαζέψει τα αμάζευτα του και άρα να σκοτωθεί) και δεύτερον γιατί μετατόπισε αυτή του την  ευθύνη στον Έκτορα.

Η μικρή, μια χαρά του απάντησε λοιπόν "θα βρεις καινούριους φίλους"- μη σου πω ότι θα έπρεπε να του απαντησει "εισαι ένας μαλάκας και μισός, φιλαράκο μου και πως να σου συμπαρασταθεί κανείς όταν η μοίρα έχει τους δικούς της τρόπους να μας τιμωρεί για τις μαλακίες που κάνουμε στην ζωή?"

Υ.Γ. 2
Ο Αχιλλέας βρέθηκε σε μια ρωγμη του χρόνου, απο αυτές που οι "μεγάλοι" βρίσκουμε συχνά πυκνά τον εαυτό μας: επέτρεψε στην τσαντίλα και τον θυμό του να τον βγάλουν εκτός μάχης, με αποτέλεσμα η δική του κωλυσιεργεία να στοιχήσει την ζωή στον Πάτροκλο και τον ανυποψίαστο Έκτορα ο οποίος,  στην τελική, πλήρωσε τις μαλακίες του αδερφού του του Πάρη και του Μενέλαου πριν απο αυτόν, αλλά και του Αχιλλέα και του Πατροκλου που είχε τη φαεινή ιδέα να υποδυθεί κάποιον που δεν ήταν με την καμία (όχι, την Ελένη δεν θα την πιάσω στο παρόν σημείωμα, γιατι υπήρξε απλά η αφορμή του μεγάλου πλιάτσικου).  Οταν αφήνουμε τους άλλους να δώσουν τις δικές μας μάχες, μύρια κακά συμβαίνουν- όπως και όταν δίνουμε εμείς τις μάχες των άλλων.

Βέβαια, αυτά, που θα έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία, εννοείται πως δεν διδάσκονται. Διδάσκεται όμως η έννοια της συμπαράστασης στις μαλακίες των άλλων. Και η υποκρισία επίσης.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Τα σημάδια του καλού και του κακού





Η αλήθεια είναι ότι το 2017 "μου μπήκε" κάπως εντυπωσιακά και αναπάντεχα- ίσως για να μου υπενθυμίσει πόσο εύκολο είναι να χάσω όσα θεωρώ δεδομένα. Και δεν αναφέρομαι στα υλικά αγαθά (για τα οποία οι συνθήκες μας κάνουν να φοβόμαστε συνήθως, την δουλειά, το σπίτι -που επι της ουσίας ανήκει στην τράπεζα-, τους φόρους, τις υποχρεώσεις) και τον διαρκή αγώνα να τα βγάλεις πέρα, ούτε στην εξαιρετικά επιτυχημένη εκστρατεία φόβου που μας έχει κυριεύσει όλους. Μάθαμε να φοβόμαστε με την κάθε ανάσα που παίρνουμε, χωρίς καν να αντιλαμβανόμαστε ακριβώς το γιατί, επειδή ο κατασκευασμένος ιστός που μας περιβάλει μας οδηγει στον φόβο- φόβος για τον άρτο τον επιούσιο, φόβος λόγω της τρέλας των ανθρώπων γύρω μας, φόβος για το αύριο, φόβος, φοβος.... Ακόμη και φόβος για τον θάνατο- των δικών μας ανθρώπων, αυτών που αγαπάμε, είτε είναι γονείς, είτε σύντροφοι, παιδιά, αγαπημένοι φίλοι και συνεργάτεςν φαντάζει πιο εύκολος απο το αργό μέτρημα της λήθης που σου κάνει μεν, αισθητή την παρουσία της, αλλά δεν έχεις ιδέα πως θα εξελιχθεί, πότε, σε πόσο χρόνο, με τι τρόπους.

Μα μέσα σε όλους αυτους τους φόβους, πολλές φορές ξεχνάμε ότι υπάρχουν και άλλες αλλαγές που μπορούν να αναποδογυρίσουν την ζωή μας ύπουλα, σταδιακά, σιγά σιγά, μέχρι το εντυπωσιακό φινάλε που δεν είναι άλλο απο εκείνο το γνωστό και τόσο λανθασμένο: "ξαφνικά, ο τάδε άλλαξε/συνέβη το δείνα/έσκασε το Χ". Αλλαγές που έχουν να κάνουν με τις σχέσεις μας, με την συμπεριφορά των ανθρώπων, με θέματα υγείας, με αποφάσεις που κάποια στιγμή καλούμαστε να πάρουμε ή καλούμε τους άλλους να πάρουν.

Τίποτα δεν συμβαίνει ξαφνικά- εκτός ίσως απο τον θάνατο σε κάποιες μορφές του: ένα ατύχημα, μια καρδιακή προσβολή, ένα ανεύρισμα. Κατα τα άλλα, οτιδήποτε σκάει μια μέρα "ξαφνικά", επι της ουσίας δεν έσκασε μια μέρα ξαφνικά, αλλά για πολύ καιρό μαζευόταν, συγκεντρωνόταν, αυξανόταν, βήμα βήμα, λέξη λέξη, ανάσα ανάσα, μέχρι την επεισοδιακή και οδυνηρή εμφάνιση του. Ενα ηφαίστιο που εκρύγνειται δεν εκρύγνειται επειδη δημιουργήθηκε μάγμα μέσα σε μια στιγμή, μα επειδή για μήνες συγκεντρωνόταν ενέργεια σε ένα συγκεκριμένο σημείο και κάποια στιγμή, η ενέργεια αυτή διέφυγε εκρηκτικά προς την ατμόσφαιρα. Ενας άνθρωπος κατ επέκταση, δεν αρρωσταίνει ξαφνικά, μα μια ωραία μέρα, εμείς οι γύρω του αρχίζουμε να βλέπουμε τις ενδείξεις της ασθένειας του, που δεν βλέπαμε ως τότε. Μια σχέση δεν διαλύεται "ετσι ξαφνικά", αλλά σιγά σιγά, λίγο λίγο χαλάει ή οδηγείται στο αναπόφευκτο μαλλον, τέλος της, μέχρι που μια μέρα, γίνεται το μπαμ ή φτάνει και τυπικά το κλείσιμο.

Αυτό το μπαμ είναι που ονομάζουμε "ξαφνικό", στο κάθε τι, αυτή η ηχηρή σιωπή που ακολουθεί τις μεγάλες αλλαγές, οι πρώτες ώρες και μέρες που η καρδιά μας συνεχίζει να χτυπάει με το ζόρι όσο  προσπαθούμε να διαχειριστούμε τα νέα δεδομένα- παρ' ότι αν ψαχτούμε ειλικρινά, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι ενδείξεις υπήρχαν απο καιρό, μα είτε κάναμε πως δεν τις βλέπαμε, είτε δεν ήμασταν σε θέση να τις αναγνωρίσουμε, είτε δεν τις πήραμε και τόσο στα σοβαρά. Και συνήθως, απο αλλού περιμένουμε τις καταστροφές και απο αλλού μας έρχονται (τελικά, αυτό το τελευταίο είναι Νόμος...). Μια καταστροφή δεν είναι απαραίτητο να είναι εντυπωσιακή και απόλυτη- μπορεί να είναι μικρής κλίμακας ή τοπική, μα σαν τα τουβλάκια ενός ντόμινο, συμπαρασύρει μαζί της ένα ένα και όλα τα στοιχεία που κάνουν την ζωή μας να νιώθει ασφαλής, συγκροτημένη, αγαπημένη. Συμπαρασύρει κυρίως την οπτική μας η οποία στηριζόταν σε δεδομένα που δεν υπάρχουν πια.

Και τελικά, τα γηρατιά είναι μια βασική πηγή "τέλους" στον άνθρωπο, είτε ως εκφυλισμός του μυαλού του, είτε ως εκφυλισμός των σχέσεων του, είτε ως εκφυλισμός των επιθυμιών του. Σαν ένα φρούτο που δημιουργείται απο ένα ανθάκι, μεγαλώνει, ωριμάζει και έπειτα, αρχίζει η αντίστροφη πορεία και καταλήγει να σαπίσει, να γίνει σκόνη στο τέλος, το μυαλό μας, η ζωή μας, οι σχέσεις μας, ακολουθουν την ίδια πορεία. Χους εις χουν τα πάντα, εμείς, οι σχέσεις μας, οι αγάπες και οι αγωνίες μας, τα όνειρα μας, τα θέλω μας, η ίδια η ζωή μας, ξανά και ξανά. Και όπως μου είπε κάποιος χθες "νομίζεις ότι όταν φυγουμε θα μας θυμάται κανείς? Μερικά χρονάκια να περάσουν και δεν μένει τίποτα". Οπότε, ότι φάμε, ότι πιουμε και ότι αρπάξει ο κώλος μας, συμπλήρωσε- αν και δεν συμφωνώ πλήρως με το συμπέρασμα αυτό. Ίσως να είμαι ρομαντική (παρά τις διαπιστωμένες μαρτυρίες περί του αντιθέτου), αλλά θέλω να πιστεύω ότι το πέρασμα μας απο την ζωή, μπορεί και οφείλουμε να αγγίξει τις ζωές των άλλων ανθρώπων, κατά προτίμηση θετικά- αν και ακόμα και η αρνητική επιρροή έχει Λόγο ύπαρξης.

Κανείς μας δεν ξεφεύγει απο την μοίρα του, όσο και αν επιθυμεί διακάως να της ξεφύγει. Και καμία ύπαρξη ή σχέση δεν ξεφεύγει απο την προδιαγεγραμμένη πορεία της, ακόμη και αν οι δημιουργοί της παλεύουν με νυχια και με δόντια γι αυτό. Το καλό και το κακό συνυπάρχουν μέσα μας, μάχονται αιώνια για την επικράτηση επάνω στην ανθρώπινη φύση και μερικές φορές, κάνουμε κακό θεωρώντας οτι κανουμε καλό- όπως και το ανάποδο. Δηλώνω αμετανόητα γοητευμένη (και γοητευόμενη) απο την ανθρώπινη φύση, ιδίως απο τις φωτεινές και σκοτεινές εξάρσεις της, που συνυπάρχουν άρηκτα, όπως ακριβώς συνυπάρχει το φως και το σκοτάδι στο κάθε τι. Και ακριβώς λόγω αυτού μου του χαρακτηριστικού, τις ιδιαίτερης ευαισθησίας προς τις ανθρώπινες εξάρσεις μεγαλοσύνης όσο  και καταστροφής, πληγώνομαι υπέρμετρα, όσο και αγαλιάζει η Ψυχή μου υπέρμετρα. Όσο περνούν τα χρόνια δε, παρά την αυστηρότητα και τον ρεαλισμό που με διακρίνει, γίνομαι όλο και πιο παιδι σε ορισμένα πράγματα, στην ένταση με την οποία εισπράττω το κάθε τι.

Πονάω όσο και χαίρομαι μέχρι φρίκης, όχι γιατί οι άλλοι άνθρωποι  φταίνε, αλλά γιατί τους αγαπώ τόσο και γιατί αγαπώ την σταθερή παρουσία τους στην ζωή μου- ακριβώς όπως ένα παιδι θεωρεί ότι η μάνα του και ο πατέρας του θα είναι πάντα πλάι του, χαρούμενοι, γελαστοί, δυνατοί, σαν μικροί Θεοί επι της γης και χάνει τον κόσμο με το που τους δει λίγο διαφορετικά ή με το που παύουν να λειτουργουν σαν επίγειοι Θεοί. Και όταν αυτή η σταθερότητα διαλύεται με τον όποιο τρόπο, ακόμη και αν σημάδια της υπήρχαν για καιρό, ο κόσμος μου καταρρέει κάθε φορά απο την αρχή, συμπαρασύροντας τα πάντα όλα, μα πρώτα και κύρια, εμένα την ίδια.

Ο Δαρβίνος μίλησε για το πιο ανθεκτικό είδος- και ίσως να είχε δίκιο τελικά. Θα επιζήσει αξιοπρεπώς μόνο όποιος κατορθώσει να αντέξει τα γκρεμίσματα του με σθένος και δύναμη Ψυχής, μόνο όποιος κατορθώσει μέσα απο τέτοιες μικρές (και τόσο σημαντικές) καταστροφές να ανασυνθέσει τον ιστό της ζωής του βρίσκοντας το καλό μέσα στο κακό, το φως μέσα στο σκοτάδι, το θετικό μέσα στην όποια στενοχώρια του. Κάπου μέσα μας κρύβουμε τεράστια αποθέματα δύναμης, τα οποία πρέπει να μπορούμε να ανασύρουμε κάθε φορά που ο κόσμος μας έρχεται τούμπα.

Όπως έχει χαρακτηριστικά πει ο Ερμής πριν κάτι χρονάκια "όποιος καεί, πρόβλημα του"- και αυτή είναι η πικρή αλήθεια.

Επίσης, να δηλώσω για άλλη μια φορά ότι όλα μου τα ποτέ, τα λούζομαι- και μαλλον έχω ξεστομίσει αρκετά ήδη, γιατί την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς, λούστηκα εντυπωσιακά ένα ακόμη. Προσπαθώ να μην κατακρίνω τους άλλους, να θυμάμαι ότι αν δεν φορέσεις τα παπούτσια κάποιου, δεν δικαιούσαι να εκφέρεις γνώμη για τις πράξεις ή την απραξία του, αλλά κοίτα, ρε φιλε, που το ξανάκανα τελικά χωρις καν να το καταλάβω, με αποτέλεσμα να εισπράξω στα μούτρα ένα ζευγαράκι παπουτσάκια μιας φίλης ως Πρωτοχρονιάτικο δώρο. Αλλά και την προοπτική ενός σεναριου που με φρικάρει, όσο και αν το επαναλάμβανα θεωρητικά, εδώ και χρόνια με τουπεδάκι. Τικ τακ, τικ τακ.... Ο Χρόνος μετράει ανάποδα, σαν χρονόμετρο ρυθμισμένο σε δεκαπετά κτύπους- μαλλον δηλαδή, γιατι στα μαθηματικά δεν είμαι καλή, άσε που έχω την βάσιμη υποψία ότι τα όποια τικ τακ φέρνουν μαζί τους πολλά, απολύτως αναπάντεχα αποτελέσματα, το φως ή το σκοτάδι των οποίων, μένει να φανεί παρακάτω (και δεν φημίζομαι για την υπομονή μου....).

Ας είναι.
Όσο ζω, μαθαίνω.
Ελπίζω να μαθαίνω, δηλαδή.

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Ο,ΤΙ ΛΑΜΠΕΙ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΧΡΥΣΟΣ





Δράττομαι της ευκαιρίας των "εορτών της αγάπης", για να αποτυπώσω ορισμένες σκέψεις εδώ.

 Η αλήθεια είναι ότι οι "γιορτές" με τσιτώνουν περίεργα- και όσο περνούν τα χρόνια, η ενόχληση μου αυξάνεται γεωμετρικά, γιατί αδυνατώ να κατανοήσω πως διάβολο ο μισός πλανήτης εισέρχεται σε ντελίριο κάθε τέλος Δεκέμβρη (χωρίς καν να απαιτουνται ναρκωτικά) για ένα μωρό που γεννήθηκε πριν 2.017 χρόνια, το οποίο δεν γνώρισαν ποτέ και δέχονται χωρίς σκέψη ότι ήταν ο θεάνθρωπος επι της γης κλπ κλπ (ενώ υπάρχει και ο Αλλαχ, ο Βουδας και δεν ξερω και γω, πόσοι άλλοι, αλλά όχι, ο "δικός μας" ο Θεούλης είναι πάντα ο καλύτερος). Επίσης, βρίσκω τρομερά, αδιανόητα ηλίθιο και μάταιο αυτό το πνεύμα της εορταστικής παράκρουσης με τις χαρούλες και τα γέλια, όταν τον υπόλοιπο χρόνο είμαστε θεριά ανήμερα, έτοιμα να βλαψουμε, να καταστρέψουμε, να προκαλέσουμε την δυστυχία.

Τώρα που γράφω, ακούω εξακολουθητικά τους απο κατω να σκοτώνονται (εχουν ξεκινησει απο τις 8 το πρωί) και την μικρή να ωρύεται, με την μανα της να ρωτάει απελπισμένη "γιατι έχεις τόσα νεύρα? δεν το καταλαβαίνω!"- η μάνα που αποτελεί την επιτομή των νεύρων και χρήζει ψυχιατρικής μελέτης τουλάχιστον. Ασχετο, αλλά αυτη η οικογένεια, κάπου συνέφαγε χθες, μέσα στο γενικότερο πνεύμα "αγαπης" των ημερών, συμβάλλοντας και αυτή, στην ιλουστρασιόν ξινίλα των ημερών, που όλοι τροφοδοτούν εντατικά, τρέχοντας σαν σεληνιασμένοι απο τραπέζωμα σε τραπέζωμα με συγγενείς που κατα τα άλλα, δεν θελουν να βλέπουν στα μάτια τους και δεν έχουν επαφές όλο το χρόνο- και ψωνίζοντας με απόγνωση λες και δεν θα ξημερώσει το αύριο, σε σουπερμάρκετ, ρουχάδικα κλπ.

Να με συγχωρεί η χάρη σας, αλλά Αγάπη δεν είναι τα δεντράκια, τα φωτάκια και τα τραπεζώματα- ουτε καν ένα βρέφος που γεννήθηκε πριν κάτι χιλιετίες.

Αγάπη είναι πρώτα και κύρια, η γνώση του Εαυτού- η αναγνώριση των θετικών και αρνητικών μας στοιχείων και η αποδοχή τους, ώστε με την σειρά μας, να συνεισφέρουμε θετικά στον κόσμο που ζούμε, αντί να τον μαγαρίζουμε επειδή αρνούμαστε να δούμε ποιοί είμαστε και τι κάνουμε

Αγάπη είναι η συμπεριφορά μας ΟΛΟ τον χρόνο, προς γνωστους και αγνώστους, προς φίλους, συγγενείς, αλλά και προς την υπάλληλο στο ταμείο του μαγαζιού, προς τον υπάλληλο στην εφορία, τον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου στον δρόμο, τον κάθε ένα στον οποίο φερόμαστε απαίσια λες και φταίει εκείνος για όλα μας τα ζόρια.

Αγάπη είναι να παραδεχόμαστε τα λάθη μας και να μαθαίνουμε απο αυτά, αντί να τα διαιωνίζουμε και να τα παραχώνουμε κάτω απο το χαλί, διότι βρε αδερφέ, λάθη κάνουν μόνο οι άλλοι και ποτέ εμείς.

Αγάπη είναι να μεγαλώνουμε υγιή παιδιά και να μην φέρνουμε στον κόσμο πλάσματα που αύριο θα γίνουν τέρατα, που με την σειρά τους, θα δημιουργήσουν άλλες δυσλειτουργικές οικογένειες διαιωνίζοντας έτσι την ανικανότητα που κρύβουμε μέσα μας.

Αγάπη είναι να πάψουν οι επαγγελματίες άνεργοι να το παίζουν δυστυχείς και να βγουν έξω να βρουν δουλεια, ώστε να μην επιβαρύνουν αυτους που ακόμα δουλεύουν- να αφήσουν τις δικαιολογίες, γιατί ειλικρινά, ακούγοινται λειψές, φτηνές και πολύ πολύ βολικές.

Αγάπη είναι να είμαστε ειλικρινείς και να μάθουμε να ζητάμε συγνώμη, να παραδεχόμαστε τα λάθη μας, να μην το παίζουμε δίκαιοι και άξιοι, όταν στην πραγματικότητα βρωμάμε και ζέχνουμε.

Αγάπη είναι να σεβόμαστε ΟΛΟ τον κόσμο και όχι μόνο τους ομοιδεάτες μας- το βρίσκω τραγικό να ευαγγελιζόμαστε χριστουγεννιάτικο πνεύμα και την ίδια στιγμή, να ρίχνουμε κατάρες στους αλβανους, τους μωαμεθανούς, τους ισλαμιστές, τους πρόσφυγες, τον γείτονα, την γυναίκα μας, τον αδερφό μας. 

Θες αγάπη? Δώσε την πρώτα- ειδικά εκεί που δεν θες να την δώσεις. Κοίτα τα μούτρα σου καλά στον καθρέφτη και κόψε τις φανφάρες και τη φιγούρα. Παραδέξου ότι απέτυχες σαν συντροφος, σαν γονιός, σαν φίλος, σαν εραστής, σαν επαγγελματίας και πάρ' το αλλιώς. Πες: εγω φταίω και κανένας άλλος. Και κάνε το πράξη στην ζωή σου, εκεί που πονάει πιο πολύ, που τσούζει το εγώ σου. Στην τελική, ο Χριστούλης τον οποίο με περισσή ευκολία βάζεις στο στόμα σου, αυτό ακριβώς υποτίθεται πως έκανε, οπότε, μαλλον τον μαγαρίζεις κάθε φορά που περιμένεις την σωτηρία απο αλλού, κάθε φορά που κατακρίνεις τους πολιτικους, που ανεβάζεις στο φέησμπουκ τσιτάτα άλλων, αρνούμενος να κοιτάξεις το δικό σου χάλι, το χάλι της ζωής που έφτιαξες και ζεις. 

Προσωπικά, έχω άλλη άποψη για την αγάπη. Αγω άπτων.... Πάω εκεί που νιώθω την αναγκη να παω- αυτό σημαινει- και αν η ανάγκη σου είναι να προσβάλεις την πωλήτρια στα Ζara ή να ορμησεις στην τάδε Υπηρεσία με τα μούτρα κατεβασμένα λες και σου φταίει ο υπάλληλος, αυτό θα πράξεις. Αν σιχαίνεσαι τον άντρα σου ή κοροιδεύεις τα παιδια σου, αυτό προσφέρεις. Δυστυχως για σένα, οι πράξεις σου δεν σβήνονται με ένα μαγικό ραβδάκι, όσα τραπεζώματα και να κάνεις, όσες φορές και να στολήσεις δεντράκια, όσα ψαλτήρια και να ακούσεις στην εκκλησία. Γουστάρεις να νιώθεις δικαιος και σωστός, αλλά ξεχνάς ότι σε χαρακτηρίζει το κάθε μπινελίκι που έριξες, η κάθε προσβολή που έδωσες, η κάθε αποτυχία σου στις σχέσεις σου, το κάθε παραμικρό ψέμμα που ξεστόμισες, η κάθε ζημιά που προκάλεσες στους άλλους, η κάθε πληγή που δημιούργησες επειδη είσαι τελικα, ανάξιος και τυφλός, γεμάτος μίσος και φόβο, που κρύβεις τεχνηέντως κάτω απο ωραία λόγια και γυαλιστερές προφάσεις. Είσαι λειψός, γιατί είσαι άνθρωπος- παραδέξου το και κοίτα να διορθώσεις ότι διορθώνεται, όσο ακόμα μπορείς. Γιατί το μοναδικό πράγμα που θα χαρακτηρίσει το πέρασμα μας απο ετούτο τον μάταιο (αλλά τόσο ελκυστικό) κόσμο, θα είναι το καλό που κάναμε- ή το κακό.

Και το καλό/κακό, έχει δική του μνήμη, η οποία ποτίζει τον κόσμο σε μικρές, ανεπαίσθητες δόσεις, όσο και αν εμείς επιμένουμε να κοιτάμε αλλλού κάνοντας τα στραβά μάτια σε ότι δεν μας βολεύει.


Δεν θέλω να μιλήσω άλλο για αγάπη, λοιπόν. Σιχάθηκα τα όσα βλέπω καθημερινά γύρω μου, την απουσία χαμόγελου, την απουσία συγνώμης, την απουσία παραδοχής των λαθών, την απουσία ευγένιας και θέλησης για αλλαγή του εαυτου. Σιχάθηκα την ανειλικρίνια που χαρακτηρίζει το κάθε τι, την κοροιδία, την κενότητα, που ιδίως ενδεδυμένες με το "πνεύμα των εορτών",  φωνάζουν ακόμα περισσότερο.

Προτιμώ να μιλήσω για μένα, για σένα, για τον καθένα απο εμάς. Ας κοιτάξει ο καθένας μας καλά τα μούτρα του στον καθρέφτη του- και δεν αναφέρομαι στον καθρέφτη του μπάνιου φυσικά, αλλά στον άλλο, τον εσωτερικό- γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην ΞΕΡΕΙ ΚΑΛΑ ότι κρύβει μέσα του σκοτάδια.

Μέρες που είναι, ας σιωπήσουμε και ας κάνουμε την αυτοκριτική μας (αφου δεν μπορούμε να την κάνουμε όλο τον υπόλοιπο καιρό), ήσυχα, σιωπηλά, με επιμονή και αλήθεια. Και αντί για το επόμενο τραπέζωμα της Πρωτοχρονιάς, ας επιλέξουμε να πλησιάσουμε έναν άνθρωπο που βλάψαμε και να του ανοίξουμε την καρδιά μας. Να του ζητήσουμε συγνώμη για τα λάθη μας, για την συμπεριφορά μας, για τα όσα κάναμε και τα όσα δεν κάναμε.

Η μοναδική επ-ανάσταση που έχει ουσία και Λόγο ύπαρξης, είναι η εσωτερική, αυτή που συμβαίνει ένα βήμα την φορά, που δεν φωνάζει, δεν κραυγάζει, δεν δείχνει τους άλλους με το δάχτυλο, γιατί τα υπόλοιπα τέσσερα δείχνουν πίσω σε εμάς.

Αυτές τις γιορτές, κάτσε ψάξου καλά και έπειτα, όταν ταπεινωθείς μέσα σου, βγες έξω και κάνε ΜΙΑ καλή πράξη, όχι απο τις εύκολες, αλλά απο τις πολύ δύσκολες για σένα. Άσε τα ευχολόγια και τα κυριελέησον και κάνε στροφή μέσα σου.

Ζητα συγνώμη απο την γυναίκα σου, το παιδι σου, τον γείτονα, τον φίλο, τον άγνωστο- όποιον έμαθες ως τώρα να αντιμετωπίζεις σαν να φταίει εκείνος για το δικό σου χάλι, την δική σου αδυναμία να διαχειριστείς την ζωή που έφτιαξες. Πάρε τηλέφωνο κάποιον που έχεις να μιλήσεις χρόνια. Άσε κατα μέρος τις έχθρες, τις αντιπάθειες και το ψέμμα που τόσο βολικά έμαθες να χρησιμοποιείς για να νιώθεις εσυ καλά.

Κάνε μια καλή πράξη, ρε παιδάκι μου. Ξεβολέψου για λίγο!

Και ας μην τραπεζώσεις κανέναν στο σπίτι σου, το φωτισμένο με λαμπιόνια, το στολισμένο με δεντράκια καταναλωτισμού και επιφανειακής ομορφιάς.


Υ.Γ.

Πριν λίγες μέρες, έφυγε ένας άνθρωπος, όπως φεύγουν τόσοι άλλοι καθημερινά. Στην κηδεία του δεν πήγε ο ίδιος του ο αδερφός, αλλά και το μισό σόι/κολλητοί του εν λόγω αδερφού. Ό,τι και αν συνέβη μεταξύ τους, δεν χωρά μπροστά στον θάνατο, λέω εγώ. Και αν όλοι αυτοί χθες τραπεζωθήκανε και ανταλλάξανε ευχές και αγάπες, αυτό που μένει, είναι η απουσία τους τελικά.

Αυτό που μένει, είναι πάντα η απουσία μας. Γι αυτό, ας σκεφτούμε ότι την αμέσως επόμενη στιγμή, ίσως να μην έχουμε πια την ευκαιρία να διορθώσουμε κάτι που κάναμε ή δεν κάναμε.

Αν ηξερες ότι δεν θα υπάρξει αύριο, τι θα έκανες πρώτα απ όλα?

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Το Βιβλίο της Ζωής





Η Γνώση είναι μια απόλυτα καταστροφική διαδικασία. Όπως και το οποιοδήποτε εσωτερικό ταξίδι, αν είναι ουσιαστικό και όχι απλά μια βολική βόλτα στα πέριξ. Ώρες ώρες, απορώ ειλικρινά, με τους διάφορους που με περισσή ευκολία αυτοανακηρύσσονται συγγραφείς, ποιητές κλπ, επειδή πλήρωσαν και εξέδωσαν ένα βιβλίο ή επειδή κάμποσοι το διάβασαν κιόλας και τους είπαν καλά λόγια.  Θα μου πεις, ο κόσμος έμαθε στις εύκολες, επιφανειακές λύσεις και δεν ψάχνεται περισσότερο, οπότε, όλα καλά, ε?

Πολύ θα ήθελα να γίνω συγγραφέας- ένας Μάρκες, μια Αλλιέντε, ακόμα και ένας Peter May, μια Donna Tart, ένας John Connolly. Ann Rice όχι, δεν θα γούσταρα να γίνω, ούτε και Patricia Cornwell- γιατί πήραν την αρχική ιδέα τους και την τράβηξαν απο τα μαλλιά, ξετεντώνοντας την μέχρι που έφτασε να χάσει το όποιο νόημα της. Ναι... νομίζω ότι αυτό θέλω πιο πολυ στην ζωή μου- αλλά δεν τολμώ να το ζητήσω κιόλας, γιατί ξέρω πια ακριβώς πως δουλεύει το περιβόητο "ζήτα και θα λάβεις" και οι λέξεις είναι οι μεγαλύτερες παγίδες που υπάρχουν. Άσχετο, αλλά πριν κάτι μέρες, στην αναμονή ενός ιατρείου, ξεφύλλισα για ώρα τα άπαντα του Διονυσίου Σολωμού- και ομολογώ ότι απογοητεύτηκα. Τρομερή φλυαρία- και αν είχε κάτι ουσιώδες να πει, χάθηκε μέσα στην φλυαρία του αυτη. Λυπάμαι που σας απογοητεύω, μα ο "εθνικός ποιητής", δεν αναποδογυρισε τον κόσμο μου με τις σκέψεις του, δεν άρπαξε την ψυχη μου να την κάνει κομμάτια- ακόμη και ο Υμνος του εις την Ελευθερία, συνολικά ιδωμένος, φλυαρεί πολύ.

Ασχετο, αλλά η ελληνική γλώσσα είναι τρομερό εργαλείο- σας το χω πει? Ποιητής. Η μοναδική μη συνθετη λέξη που περιγράφει την έννοια της Δημιουργίας. Συγγραφέας είναι άλλο. Συν-γράφω, γράφω μαζί με κάποιον άλλο (το οποίο ακριβώς, αναλύω παρακάτω), αλλά ποιητής? "Ποιητής Ουρανού και γης, ορατών τε πάντων και αοράτων". Σκέψου ότι η πιο γνωστή αναφορά στην λέξη, περιλαμβάνεται στο Πιστεύω της Χριστιανικής Θρησκείας και θα καταλάβεις την σημασία της διαδικασίας. Ενας απο τους πρώτους μεγάλους ποιητές, θεωρείται ποιος άλλος, ο Όμηρος. Τυχαίο θα είναι...

Στο θέμα μου τώρα. Πέρυσι, ξεκίνησα να γράφω ένα βιβλίο, χωρις να ξέρω καν ότι γράφω βιβλίο, όπως ξεκινουν όλα μου τα κείμενα, εδώ σε τούτο το blog. Οι πρωταγωνιστές του μου μίλησαν οταν και όποτε ήθελαν, επισκεπτόμενοι το μυαλό μου κατά βούληση, τόσο που αισθάνθηκα περισσότερο σαν καταγραφέας της Ιστορίας τους, παρά σαν μυαλό που συνέθετε το οτιδήποτε απο μόνο του. Τρομερά κουραστική διαδικασία- δεκαπεντάωρα μπροστά στον υπολογιστή, να χάνομαι για ώρες στον κόσμο τους, παράλληλα με την δουλειά μου που είναι ήδη απαιτητική. Κόντεψε να με στείλει, η προσπάθεια- και όταν τελείωσε, έκανα μήνες να συνέλθω. Αυτό το διαρκές πηγαιν-έλα χωρις προειδοποίηση, αναμεσα στους δύο κόσμους, ήταν ό,τι πιο εξοντωτικό έχω ζήσει μέχρι σήμερα. Το βιβλίο αυτό, το έδωσα σε δυο φίλους που εκτιμώ, να το διαβασουν, να μου πουν την ειλικρινή άποψη τους. Μου την είπαν, αλλά στην φάση εκείνη, δεν ήμουν σε θέση να χρησιμοποιήσω τις παρατηρήσεις τους εποικοδομητικά, γιατί βλέπεις, το πόνημα γράφηκε ολοκληρο στα Αγγλικά και αυτό απο μόνο του, λειτούργησε ως εμπόδιο, όχι λόγω αδυναμίας χειρισμού της συγκεκριμένης γλώσσας, μα γιατι ήταν τα λόγια των πρωταγωνιστών, οι Σκέψεις και οι μνημες τους- και τίποτα άλλο. . Ο Κήαλαχ Μακ Λέοντ, η Βίκτορυ, ο Πήτερ, ο Κρεγκ, ο Ναθάνιελ, μου μίλησαν σε μια άλλη γλώσσα και αυτήν αποτύπωσα και στο χαρτί, χωρις καμία δυνατότητα να επέμβω ουσιαστικά. Το βιβλίο το διάβασε και ο Γρηγόρης, όταν ήρθε η ώρα να το διαβάσει- και το έκανε φύλλο και φτερό, με τρόπο που δεν περίμενα. Οι παρατηρήσεις του με πήραν και με σήκωσαν, κατέστρεψαν κάθε βεβαιότητα που είχα για το πόνημα μου- άλλος ένας λόγος για τον οποίο τον αγαπω.

Μα και πάλι, δεν μπορούσα να "δω". Αυτό που είδα μόνο, ήταν ότι όσο καλά Αγγλικά και να μιλάω ή να γράφω, το κείμενο μου ήθελε στρώσιμο, μιας και η αγγλική γλώσσα δεν έβγαινε στρωτά για κάποιον που την γνωρίζει καλά. Έτσι, μια ωραία μέρα, προσφέρθηκε μια φίλη να στρώσει τα αγγλικά μου και δέχτηκα με χαρά. Μα οι μήνες περνούσαν και εκείνη δεν προχωρούσε. Απελπίστηκα, ειλικρινά. Έπειτα, ένα βράδυ, σκέφτηκα να ξεκινήσω να το γράφω απο την αρχή στα ελληνικά, έτσι, να δω πως βγαίνει, γατί όπως πήγαινε το πράγμα, δεν θα το εξέδειδα ποτέ. Ήμουν σίγουρη ότι δεν θα βγει καλό, γιατί ένα σημαντικό μέρος του έχει βασιστεί στα λογοπαίγνια της συγκεκριμένης γλώσσας, τα οποία χάνονται στα ελληνικά. (Εδώ, να κάνω μια μικρή παρένθεση και να αναφέρω την Χρύσα, που είχε φαγωθεί να το "μεταφράσω" στα ελληνικά, απο καιρό. Είχε δίκιο τελικά- και οφείλω να της το αναγνωρίσω, αλλά όχι για τους λόγους που εκείνη ήθελε ή που εγω νόμισα). Ξεκίνησα λοιπόν δοκιμαστικά να "μεταφράζω" και με παρέσυρε η προσπάθεια, τόσο που ενθουσιάστικα και πείστηκα ότι μπορώ να το ολοκληρώσω στα ελληνικά και να το εκδόσω εδώ τελικά. να που το "καθε εμπόδιο για καλό", έχει λόγο ύπαρξης, σκέφτηκα μάλιστα ικανοποιημένη. .

Μα, φτάνοντας κάπου στα μισά -και έχοντας ήδη γράψει καμιά διακοσαριά σελίδες- συνειδητοποίησα το πρόβλημα και εκεί, κόλλησα για τα καλά. Βλέπεις, η ελληνική γλώσσα είναι φοβερό εργαλείο. Αγαθό και κακό, ταυτόν, φίλε μου... Και με την χρήση της, άνοιξε και το μυαλό μου μαζί. Συνειδητοποίησα όλα όσα, ως καταγραφέας, αδυνατούσα να δω- τις παρατηρήσεις του Μάκη και της Μαίρης, τα ερωτηματικά του Γρηγόρη και ακόμα περισσότερα απο αυτά. Συνειδητοποίησα τα κενά της ίδιας μου της Ιστορίας, τα οποία πιθανόν κανένας άλλος να μην έχει εντοοπίσει ως τώρα, ούτε καν ο Γρηγόρης, που εντόπισε και τα περισσότερα. Γιατί τώρα πια, η Ιστορία είναι δική μου. Την γέννησα και σαν μωρό, κλαίει και βασανίζεται και γω, η μωρομάνα, κλείνω τα αυτιά μου με απελπισια, γιατι αδυνατώ να καταλάβω γιατι στο δαίμονα κλαίει το αναθεματισμένο. Τι ζητάει και γω δεν μπορώ να καταλάβω? Τι χρειάζεται που εγω πρέπει να του δώσω, ώστε να σκάσει πια και να κοιμηθεί ξανά, αλλά το πιο σημαντικό, τι πρέπει να του προσφέρω, εγω η μάνα του, για να μεγαλώσει και να γίνει Ωραίος Άνθρωπος? Τρομερά δύσκολη εγκυμοσύνη και τρομερά δύσκολη γέννα. Και τώρα, μόνη μου, να παλεύω και με ένα νεογέννητο μωρό, πριν καν συνέλθω ακόμα. Καπως έτσι- εχεις δίκιο Γρηγόρη, για άλλη μια φορά.

Οφειλω στον Εαυτό μου να παραδεχτώ ότι η Ιστορία μου έχει κενά και μπάζει απο παντού. Στα δικά μου μάτια, τουλάχιστον- και αυτό, είναι αρκετό. Χθες, τα συνειδητοποίησα ξαφνικά, το ένα πίσω απο το άλλο και αρχικά, τρόμαξα και παραιτήθηκα. Ως τώρα βλέπεις, υπήρξα απλά καταγραφέας του υποσυνείδητου μου, στο blog τόσα χρόνια, αλλά και στο αγγλικό κείμενο του βιβλίου. Μα ως συγγραφέας που βλεπει και το μετά, τους πιθανούς αναγνώστες που θα το διαβάσουν, τον πιθανό εκδότη που θα πρεπει να βρει κάτι σημαντικό στο κείμενο μου για να μου πει, Ζαφειροπούλου? Θα το αναλαβω γιατί έχει κάτι να πει, ένιωσα τρομερά αποτυχημένη. Η Ιστορια κρύβει μεσα της πολλές δυνατότητες, μα ακόμα, αδυνατώ να τις ανακαλύψω. Αδυνατώ να ανακαλύψω τι θέλησε να μου πει, γιατί οι πρωταγωνιστές της αποφάσισαν να μου την εμπιστευτούν δηλαδή. Εχω κολλήσει στα κενά της, που σαν κλειστές πόρτες, περιμένουν να βρω το κατάλληλο κλειδί που θα τις ξεκλειδώσει. Η αρμαθιά με τα κλειδια βρίσκεται κάπου μέσα μου, μα δεν έχω ξανακάνει κάτι τέτοιο και δεν ξέρω αν το χω. Ο Γρηγόρης φώναζε εδώ και καιρό: ποια είναι η κεντρική ιδέα? Αν πρέπει να το περιγράψεις μεσα σε δυο παραγράφους, τι θέλει να πει, το ρημάδι? Και δεν ήξερα, αλλά δεν ήξερα ότι δεν ξερω. Με την χρήση των ελληνικών, το εμπέδωσα και αυτό.

Με την χρήση των ελληνικών μπόρεσα αν μη τι άλλο, να "δω" ότι είχα απλά καταγράψει τα βασικά γεγονότα. Τρομερή γλώσσα... Τρομερή, πραγματικά. Με άρπαξε και με διέλυσε ξανά απο την αρχή, τρίβοντας μου οδυνηρά στη μούρη την κάθε παραμικρή αδυναμία του κειμένου μου. Και τώρα, έφτασα να αμφισβητώ το κάθε τι, όπως και θα έπρεπε να κάνω, δηλαδή. Μέχρι χθες είχα απλά το υλικό. Τώρα έχω στα χέρια μου ένα φονικό εργαλείο που δεν ξέρω καν πως να χρησιμοποιήσω και τι πρέπει να κάνω με το υλικό που έχω στην διάθεση μου. Δεν ξέρω πως να το δουλέψω.

Εχω κολλήσει.

Ζω μισοβυθισμένη σε εκείνο τον άλλο κόσμο, προσπαθώντας να μην κάνω καμιά μαλακία στην δουλειά, αφού το μυαλό μου είναι διαρκώς αλλού, αλλά το μαρτύριο δεν έχει τέλος, γιατι ναι, κατάφερα να συλλάβω, να κυοφορήσω και να γεννήσω, παρά τις αντιξοότητες, μα τώρα δεν έχω ιδέα τι πρέπει να κάνω με τούτο το άγνωστο πλάσμα που έφερα στον κόσμο. Ίσως να μην το βρω ποτέ. Ίσως να μην θέλω καν να γινω συγγραφέας, τώρα που το ξανασκέφτομαι.

Ισως να θέλω να γίνω ο επόμενος Ποιητής ορατών και αοράτων, τελικά. Και γι αυτό να μην έχω "ζητήσει" την συγγραφική καριέρα που επιθυμώ και ξέρω πως, αν την ζητήσω, θα την έχω, ασχέτως κόστους.

Πράγμα που με φέρνει αναγκαστικά, στα λόγια του Μιχάλη- και τον μισώ ειλικρινά, γι αυτό- για άλλη μια φορά.

Υ.Γ.
Προχθες, συναντήθηκα με δυο αγαπημένους ανθρώπους, μεγάλης ηλικίας. Ο ένας, με τρομερές γνώσεις γλωσσολογίας, μεταξυ καφέ και βαρεμάρας (δικής μου, γιατι ενδόμυχα, μετρούσα τα λεπτά για να φύγω επειδη με κουράζει η πολυλογία του, μέχρι που άρχισε να μου αναλύει συγκεκριμένες λέξεις, έτσι, στο άσχετο, αναφερόμενος απελπιστικά μακροσκελώς σε μια ομιλία που έκανε προ ημερών) έπιασε την λέξη ποιητής. Ήξερα ότι το κλικ που άκουσα εκκωφαντικά μέσα στο κεφάλι μου δεν είχε καμία σχέση με τις ποιητικές συλλογές και τα στιχάκια, αλλά με την ουσία της λέξης, όπως ήξερα ότι δεν ήταν τυχαία, τα λόγια του εκείνα, ασχέτως αν ο ίδιος δεν έχει ιδέα τι βρέθηκε εκεί για να μου πει.

Δεν υπάρχει τυχαίο, στην ζωή.

Υπάρχει μόνο η αδυναμία του ανθρώπου να κατανοήσει τα σημάδια, που, σαν μια αέναη χορογραφία, τον οδηγούν εκεί που πιθανά, να μην θέλει καν να πάει.
 Έτσι γεννιούνται οι Μύθοι., οι οποίοι, παίζει και να είναι το μοναδικό δημιούργημα που ακυρώνει την θεωρία του Δαρβίνου.

Προς το παρόν, είμαι ένα Τίποτα, με ολίγη απο το Παν.
Μηδέν και Άπειρο μαζί.

Μα νιώθω ευγνωμοσύνη και δέος. Για όλα- και για όλους τους Ανθρώπους που βρίσκονται στον δρόμο μου και με οδηγούν εκεί που Είναι να πάω.

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Το στοιχειωμένο Κάστρο







Φτανει η στιγμή που καταλαβαινεις πως δεν μπορεις να λύσεις τα μάγια για να βγεις απο το στοιχειωμένο κάστρο.

Πως όσο κι αν περνάς μέσα απο τους τοίχους, τα φράγματα και τα κλειδωμένα δωματια, πάντα θα βρίσκεις ενα ακομα εμπόδιο.

Πως όσο κι αν αποφευγεις το κεντρί του σκορπιού, το δηλητήριό του, εχει γινει το ναρκωτικό σου.

Πως όσα περάσματα έφτιαξες έκλεισαν παλι απο τους πυκνούς ιστούς των τεράστιων αραχνων.

Πόσο θα προσπαθείς;

Πόση ενέργεια θα σπαταλήσεις σε μια μάταιη προσπάθεια ;

Τα ξόρκια δεν πιάνουν και ο μάγος, κουράστηκε.

Το κάστρο φτιάχτηκε για να μείνει πάντα στοιχειωμένο και να σου μάθει πως νικητής ειναι αυτός που καταλαβαίνει πως δεν μπορεί να κερδίσει, ανοίγει την πόρτα και βγαίνει στον καθαρό αέρα.



(Η παρουσα Σκέψη ανήκει στην Πέννυ Μολφέτα - την αναδημοσιεύω με την ευγενική συναίνεση της).